12/10/16

χωρίς σύνορα

Αυτή τη φορά θα προσπαθήσω να μιλήσω για ένα πρόσωπο, που ελπίζω να αναλογίζομαι για καιρό. Ένα νεαρό κορίτσι από τη Μολδαβία, με το οποίο βρέθηκα πρόσφατα για έναν περίπου μήνα στον ίδιο εργασιακό χώρο.
Κατάλαβα ότι είναι καλό παιδί από τη στιγμή που δε δυσανασχετούσε, ούτε δημιουργούσε πρόβλημα με γρίνιες ή απαιτήσεις την ώρα του φόρτου. Αντιθέτως, χαμογελούσε με το παραμικρό (παρ' ό,τι πανέξυπνη). Αυτό ήταν αρκετό για να την ξεχωρίσω. 
Αρχίσαμε να περνάμε χρόνο μαζί. Ανεφοδιασμός στο σούπερ μάρκετ, περπάτημα στην παραλία,  σεργιάνισμα στα γραφικά σοκάκια, στα αξιοθέατα και στις καλύτερες θέες του νησιού. Δεν ήξερε ούτε "ναι" να πει στα ελληνικά. Στην αρχή έσπευσα να τη βομβαρδίσω με ό,τι "έπρεπε" να μάθει, όμως εκείνη απαντούσε με τη δική της γλώσσα. Κάπως έτσι κατάλαβα πως η επικοινωνία καλό ήταν να εξελιχθεί με πιο δίκαιους όρους κι έτσι, άρχισα να μαθαίνω ταυτόχρονα τα δικά της. Με λίγες φωτογραφίες, λίγη βοήθεια από λεξικά, πολλή νοηματική και πολλή διάθεση εκατέρωθεν πετύχαμε το στόχο μας. Γίναμε για λίγο διάστημα η μία η οικογένεια της άλλης.

Είναι απίστευτο το πώς μπορούν να γεμίσουν δυο ξένοι άνθρωποι κοινές ώρες λέγοντας λίγα, αλλά εννοώντας και ανταλλάσσοντας πολλά. "Πανιελά, Νίκη, πανιελά" απαντούσε με συμπάθεια όποτε ολοκλήρωνα μια ολόκληρη αναπαράσταση από γκριμάτσες και χέρια να κουνιώνται έντονα. Είχε πράγματι καταλάβει και ήδη στο δικό της πρόσωπο αποτυπώνονταν τα αισθήματά της για ό,τι συζητούσαμε.

Καμιά φορά τα τόσα αγαθά, οι τόσες πληροφορίες, τα ερεθίσματα και η βουή του κόσμου μας κάνουν να ξεχνάμε τι είμαστε , να λοξοδρομούμε. Η Γκαλίνα με επέστρεψε στα απλά, πολύ απλά πράγματα, στην ουσία της ζωής.
Μου έδειξε τι θα πει να σου αρκεί ένα ζευγάρι παπούτσια την ώρα που δυσανασχετούσα για τη μη απόκτηση έβδομου. 
Μου πρόσφερε χωρίς δεύτερες σκέψεις ό,τι είχε διπλό, από κάλτσα μέχρι κοκαλάκι μαλλιών.
Πριν αποχαιρετιστούμε, η οθόνη του κινητού της μετέφρασε : "δε θέλω να φύγεις, αλλά εάν φύγεις δε θα πω κουβέντα". Κι έτσι έκανε : έβαλε την τούρκικη σειρά, που συνήθιζε να μου δείχνει στην οθόνη, στήριξε το τηλέφωνο πλάγια στο μπωλ της σαλάτας κι έτσι φάγαμε για τελευταία φορά μαζί.

Δεν ξέρω αν ταιριάζει η λέξη "φιλία" σε αυτή τη σχέση, το πιθανότερο είναι πως δε θα υπάρξει συνέχειά της. Παρ' όλ' αυτά ο κοινός χρόνος, που είχαμε, ήταν απόλυτα αληθινός και ουσιαστικός.  

Σπασίμπα, Γκαλίνα. Εγώ haciu τφόι casa όλα good! Σπασίμπα :-)






17/7/16

Μνημόσυνο σε μια ψυχή

Ο Τάσος έφυγε βίαια, με τρόπο επώδυνο και βασανιστικό, που δεν πρέπει σε κανέναν. Κι αυτό έκανε τη φυγή του πιο δραματική.

 

Πολλοί μίλησαν για τον Τάσο και σίγουρα κάποιοι θα δάκρυσαν. Ο Τάσος, που απ' όταν έχουμε μνήμες, έσερνε το ετοιμόρροπο καρότσι στην παραλία της Νεάπολης μεταφέροντας πότε χρήσιμα και πότε άχρηστα για όλους μας αντικείμενα. Την ημέρα τα πρώτα, αργά το βράδυ τα δεύτερα, με μόνη παρέα κάτι γάτες. Ψηλόλιγνος, καμπουριαστός, ξερακιανός, με πρόσωπο πολύ μαυρισμένο και ρυτιδιασμένο, λίγα γκρίζα μαλλιά και λιγοστά, φθαρμένα ρούχα. Γραφική φιγούρα των Βατίκων. 


Ο Τάσος έφυγε και το διαδίκτυο γέμισε λύπη. Θα λείψει , είναι βέβαιο. Θα λείψει η εικόνα του από την παραλία, θα λείψει μια λεπτομέρεια από το κάδρο της Νεάπολης στο μυαλό όλων. 

Κι αν μ' ενοχλεί κάτι, δεν είναι που φεύγει ένας άνθρωπος, που πάντα προσπερνούσαμε. Είναι που φεύγει κι εμείς ασχολούμαστε ακόμη με το κάδρο ΜΑΣ. Ένας άνθρωπος χάνει τη ζωή του και την ίδια στιγμή τριγυρνάμε το θέμα της απώλειάς του γύρω από τους εαυτούς μας. Πάλι εμείς το κέντρο! Μα πόσο βάναυσα θα πληγεί η αισθητική μας που δε θα τριγυρνά πια ανάμεσά μας ένας Τάσος-ζογκλέρ, ή ένας Τάσος-μασκότ στις καλοκαιρινές βόλτες μας στη Νεάπολη...


Ανήκω σε αυτούς που έχουν γελάσει με την καρδιά τους με τις όλο ζωή και τρέλα χορευτικές κινήσεις του Τάσου σε πανηγύρι, σε αυτούς που δεν του είπαν ποτέ "καλημέρα" και σίγουρα σε όσους τον αγνοούσαν σχεδόν σαν αόρατο. Και αυτή είναι μια ομολογία με επίγνωση πως μια ακριβώς αντίθετη στάση δε θα ήταν ιδιαίτερα ρεαλιστική. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν οφείλεται κάτι, είναι σεβασμός. Ας παραδεχτούμε ότι ήταν ένας περιθωριοποιημένος άνθρωπος κι ας τον αφήσουμε ήσυχο, απείραχτο, χωρίς ανακόλουθες υπερβολικές εκδηλώσεις.

 

Μέσα σ' αυτές τις σκέψεις, ευχαριστιέμαι βαθιά την ειλικρίνεια ενός σχολίου : "παραμονές των Χριστουγέννων στην παραλία της Νεάπολης... Είχαμε βγει με τα παιδιά του νηπιαγωγείου και τις δασκάλες για να πούνε τα κάλαντα , μέρες γιορτινές , χαρούμενες παιδικές φωνές... Στο Ηρώο σταματήσαμε για λίγο και εκεί μας πλησίασε ο Τάσος , κάτι ψέλλισε ,κάτι ψεύδισε, δεν πολυκαταλάβαμε , μπορεί και να μη...δώσαμε και πολλή σημασία και απομακρύνθηκε για να επιστρέψει ύστερα από λίγο κρατώντας μια χούφτα σοκολάτες που τις μοίρασε στα παιδιά ....".

Αυτό, ναι, του αρμόζει. 

Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του.


25/3/16

τα βατικιώτικα τραπέζια

είναι συχνά και πολυπληθή. Για την ακρίβεια, ευκαιρία ψάχνουμε για ν' ανταμώνουμε! Βεβαίως, η σύναξη των οικογενειών την ώρα του φαγητού είναι στοιχείο βαθιά χαραγμένο στην κουλτούρα γενικότερα του Έλληνα, όμως στην περιοχή μας, εδώ, πέρα από την πλάκα, υπάρχουν κάποια ιδιαίτερα, νομίζω, κοινά χαρακτηριστικά :

Μέχρι να τακτοποιηθούμε στα καθίσματα θα ανταλλάξουμε (επιστημονικά τεκμηριωμένες) απόψεις για τον καιρό. -"Είδατε τι κατσιφάρα στο βουνό;", -"Ναι, απ' όταν χάραξε μαζεύει πούσι πάνω απ' το Μεσοχώρι". - "Μακάρι να κάνει κάνα νερό...", -"μπααα, άμα βλέπεις μαυρίλα από κει μέσα, δεν έρχεται. Πρέπει να το γυρίσει γαρμπή". -"Γαρμπής είναι τώρα;" , -"όχι, βρε παιδιά, πουνέντης είναι, καθαρός πουνέντης"...

Σύντομα θ' αρχίσει να ρέει άφθονο κάποιο σπιτικό κρασί, όσο άφθονα και τα παινέματα, που θα συνοδεύουν την κατανάλωσή του ("διαμάντι, Δημήτρη, σκέτο κονιάκ!", "μα, δε σε χτυπάει, βρε παιδί μου, το πρόσεξες;", "εξαιρετικό, όχι, δεν το βρίσκεις πουθενά τέτοιο πράμα", "και χωρίς χημικά, ε;;"). Ε, άμα μοιραστεί και κάνα μπουκαλάκι για το σπίτι, η ευφορία κατακλύζει τη σάλα.

Θα μπερδεύονται οι μυρωδιές σε βαθμό λιγούρας. Ο γυναικείος πληθυσμός θά' χει βάλει την τέχνη όλων των γενεών. Μετά από λίγο θα μπερδεύονται και οι ανταλλαγές συνταγών στον αέρα. Φρέσκο τυρί από το βοσκό, αγνές πρώτες ύλες της μάνας γης, κρεμμύδι να καίει, λάδι να ξεχειλίζει στις πιατέλες, κρέατα από οικόσιτα ζώα, ψάρια και καρποί κάνουν πασαρέλα.

Σε κάθε βατικιώτικο τραπέζι θα υπάρχει τουλάχιστον ένας θαλασσοδαρμένος, ο Καββαδίας του σογιού. Επιδίδεται κάθε φορά στην εξιστόρηση περιπετειών σε μεγάλα ποστάλια, για το Ακαπούλκο και τη Σιγκαπούρη, για μεγάλες θαλασσοταραχές και πώς τρώνε το φίδι και τον πίθηκο στις ασιατικές χώρες. Κι όταν δε θυμάται τι έχει πει κι επαναλαμβάνεται (φαινόμενο συχνό), ευκαιρία για τους ακροατές να τεστάρουν την αλήθεια των ιστοριών του.

Πολύ συχνά στο τραπέζι μας έχουμε κι έναν φιλοξενούμενο, ξενιτεμένο στην πόλη ή πιο μακρινό, "Αυστραλέζο" ή "Αμερικανό". Και σίγουρα, πολλούς περισσότερους σε κορνίζες πάνω στο σερβάν.
Κάποιες φορές θέση στο βατικιώτικο τραπέζι έχει κι ο μοναχικός γείτονας. Χρονιάρα μέρα, κάνει; Δεν κάνει! (αυτή η πρόβλεψη των σπιτονοικοκυραίων κάθε φορά μου θυμίζει το κομμάτι "του φτωχού" στη βασιλόπιτα).
Σίγουρα κάποιος θα κάνει την αρχή και θα πιάσουμε το νήμα για να βρούμε πώς η Ζμπερίτσα του Γκούντμαν (Goodman, ο πιο μοχθηρός συγχωριανός) μεγάλωσε μόνη τα δώδεκα παιδιά της, τα καημένα τα Κλαδευτηράκια, που έκαναν οικογένειες και πρόκοψαν με την ευχή της μάνας, και η επιχείρησή τους (ν' αλλάζουν το ψαθί στις καρέκλες) πήγαινε καλά αλλά βρέθηκε ένας επιτήδειος -ο Φώτης του Σκαρόγιωργου- και την έριξε έξω και πήραν των ομμάτιών τους και οι μισοί μπάρκαραν, κ άλλοι φύγαν για τα ξένα... Και πώς η συγχωρεμένη η καποτίτσα η δασκάλα τρελάθηκε εξαιτίας του χαμένου έρωτά της... Και πόσους είχε σώσει ο μοναδικός γιατρός, που μεταξύ άλλων ξεγένναγε, έβγαζε δόντια κι έδινε οδηγίες για τις αλλεργίες και τη λύσσα, οπότε πριν κάτι χρόνια του το ξεπληρώσαμε ομαδικώς, δίνοντας μετά θάνατον τ' όνομά του σε κεντρική οδό.
Ιστορίες σαν αποσπάσματα από τις "Νύφες", την "Πολίτικη κουζίνα", την "υπολογαχό Νατάσα", άλλοτε δακρύβρεχτες κι άλλοτε κωμικές μες στην τραγικότητά τους. Ιστορίες για ανθρώπους άλλων εποχών, δίκαιους κι άδικους, μεγαλειώδεις και τιποτένιους. Και συνήθως σκληροτράχηλους, όσο σκληρά κι αυτά που ζούσαν.
Από τα βατικιώτικα τραπέζια χωριζόμαστε μετά από καμιά δεκαριά ώρες, βραχνιασμένοι και νυσταλέοι.

Κάποιες λίγες φορές το αντάμωμα των συγγενών και φίλων καταλήγει σε ανταλλαγή πυρών, γιατί ...συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Ποιος είδε στενές σχέσεις χωρίς τριβή, άλλωστε; Όμως ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός και πάλι, σύντομα ή λίγο αργότερα, θα φέρει τα ποτήρια να τσουγκρίσουν για ευχές.

Κάποτε άκουσα την άποψη πως τα τραπεζώματα είναι έξοδο και καλό είναι να τ' αποφεύγουμε πια. Μα πώς ν' αποτιμήσεις την επένδυση στις σχέσεις ; Με τι μονάδα να τη μετρήσεις; Το βατικιώτικο τραπέζι είναι ιεροτελεστία δεσίματος και ψυχικής θρέψης. Είναι η ψυχαγωγία μας εδώ, πέρ' από την πλάκα, που δεν έχουμε θέατρα. Είναι η άμυνά μας σε δύσκολους καιρούς εδώ, που δεν έχουμε ψυχολόγους. Είναι και η εξάσκηση των σχέσεων σε εποχή που το εικοσιτετράωρο περνά συνήθως διεκπεραιωτικά. Είναι πολύτιμη προίκα, που ελπίζω να καταφέρουμε να διαφυλάξουμε και μεταφέρουμε .

 βατικιώτικο φιλικό, στρωμένο με αγάπη, τραπέζι


6/3/16

Βγες στο μπαλκόνι να δεις

Ο άνθρωπος είναι περίεργο είδος. Ικανός για τα χειρότερα και ταυτόχρονα για τα καλύτερα. Λοιπόν, κάποτε που, φαίνεται, ήταν στις καλές του σκέφτηκε κάτι ευφυές και χρήσιμο : το μπαλκόνι. Ε ναι, το μπαλκόνι! Τι, επειδή πάνω στην τρεχάλα μας το μετατρέψαμε σε αποθήκη για το σκουπόξυλο και τις πατάτες του νοικοκυριού;
Πολεοδομικά σε κάποιες περιπτώσεις θεωρείται "ημιυπαίθριος" χώρος. Σα να μας λένε πως μπορούμε να έχουμε κάποια ημι-κατάσταση στα σπίτια μας, που να τα συνδέει με την ύπαιθρο. Ορθό!
Το μπαλκόνι έχει τραγουδιστεί όσο τίποτε άλλο (εντάξει, εδώ υπερβάλλω) : "κάααθε μπαλκόονι έχει άλλη θέα", "στο πιο ψηλό μπαλκόνι , στο πιο ψηλό βουνό θ' ανέβω-θ'ανέβω-θ' ανέβω να σε δω", "στενά μπαλκόνια, δειλινά στενά, καρδιές μπαλόνια πετούν στο πουθενά", "τη γριά που χαιρετίζω στο απέναντι μπαλκόνι τόσο λίγο τη γνωρίζω, μα η ματιά της με πληγώνει","τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά, δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου δε βαστά", "Αχ, μέσα στ' όνειρο σ' είδα μια φορά, Αρετούσα με τα κόκκινα μαλλιά, στο μπαλκόνι σου θ' ανέβω κρυφά"...
Το μπαλκόνι έχει παράλληλα χρησιμοποιηθεί και με άσχημο τρόπο. Έχει δώσει βήμα σε αισχρούς υποσχετικούς λόγους κι έχει -άθελά του- αναδείξει δια της υψομετρικής διαφοράς από το έδαφος πρόσωπα και μεγαλόπρεπους χαιρετισμούς προς ένα συνεπές, παραληρόν πλήθος.

Στις εθνικές επετείους αναρτάμε την εθνική μας υπερηφάνεια στη θήκη της σημαίας, στο γάμο του σπιτιού γεμίζουμε το μπαλκόνι με τούλια και για τις ώρες της χαράς με τους φίλους έχουμε θεσπίσει τη γωνία του barbecue. Γίνεται και ο πιστότερος φίλος, συνάμα. Μια μόνιμη συντροφιά για το τσιγάρο κι ένας χώρος φιλόξενος για ιδιωτικές συζητήσεις, που πολλά ακούει, αλλά δε θα μεταδώσει τίποτε.
Οι φοιτητικές εστίες και οι εργατικές πολυκατοικίες συνήθως στερούνται μπαλκονιών. Οι φυλακές σίγουρα! Στις μεγαλουπόλεις τα μπαλκόνια είναι στενότερα από αυτά των επαρχιακών σπιτιών. Στις διακοπές το "δωμάτιο με θέα" κοστίζει περισσότερο. Σα να συνοδεύει προνομιούχες ζωές.
 
Είναι, λοιπόν, το μπαλκόνι, ο χώρος και το μέσον επικοινωνίας μας με τον έξω κόσμο. Μας φέρνει σε επαφή με τις καιρικές συνθήκες, με τους ήχους και τις ιστορίες της γειτονιάς, με τη ζωή έξω και πέρα από το μικρόκοσμό μας. Είναι το αντίδοτο της (φυσικής και ψυχικής) κλεισούρας. Προσφέρει μια μετάβαση, μιαν ανάσα. 


Άρχισε να έρχεται ο ήλιος στο μπαλκόνι μου. Πάω έξω...





5/2/16

πάνω στο παιχνίδι

Ως σχεδόν εκ γενετής αντιδραστικό ον σιγά μην συμφωνούσα με την πλειοψηφία των ανθρώπων σε αυτό! Απεχθάνομαι τα γνωμικά. Κι εξηγούμαι χωρίς χάσιμο χρόνου : έχουν τα καημένα τόσες λαοθάλασσες θαυμαστών, όσο ακριβώς αναξιοποίητα μένουν. Τι αντίφαση, ε...; Γίνονται συνθήματα σε τοίχους, τσιμεντένιους και εικονικούς, σε μπλούζες, σε στόματα και μετά τίποτε. Παρακαλώ, όποιον εμπνεύστηκε χάρη σε ένα γνωμικό έτσι ώστε να αλλάξει κατά τι την καθημερινότητά του, να έλθει να με διαψεύσει. Παρακαλώ να έχω άδικο. Γιατί είναι τόσο κρίμα σοφές κουβέντες να μη γεννούν κάτι. 
Εχθές, ωστόσο, είχαμε γεννητούρια! Δείτε τι ήρθε στα χέρια μου : 


Κυριολεκτικά ΗΡΘΕ στα χέρια μου! Και μάλιστα, πάνω στην ώρα!
Αποτελούσε μέρος ενός παιχνιδιού σε μια δραστηριότητα, που παρακολουθώ, το θεατρικό παιχνίδι. Κι εγώ μέρος του παιχνιδιού ήμουν, οπότε μοιραία βρεθήκαμε :-)

Ξεκίνησα λέγοντας τι απεχθάνομαι. Ε, λοιπόν, να και κάτι που λατρεύω : αυτές τις στιγμές, που κάτι γίνεται και σε κάνει να μονολογείς "μα δε γίνεται να ήταν τυχαίο!", ή που είναι τόσο τυχαίο, που πάλι καταλήγεις να παραμιλάς. Τυχαίο  -  ξε-τυχαίο, είναι ό,τι είναι. Είναι κάτι "συστημένο"  κι έρχεται -ντανννννν- ακριβώς όταν κι έτσι όπως το χρειάζεσαι. Μια τέτοια στιγμή ήταν κι αυτό.

Σε λάκκους πέφτουμε όλοι, υποθέτω. Οπότε ο πόνος της πτώσης, η απογοήτευση στη θέα της υψομετρικής διαφοράς και η αγωνία για την εξέλιξη αποτελούν κοινό τόπο. Τι μας λέει ο ποιητής; Έχεις δυο χέρια. Ξεκίνα με αυτά. Αγνόησε τα μεγέθη. Κάνε ό,τι μπορείς. Το χρωστάς στην ύπαρξή σου. (Ο,τι δήποτε λιγότερο την υποτιμά και δεν της αρμόζει, σκέφτομαι εγώ). 

Η ώρα του λάκκου ας είναι εκείνη που θα θυμόμαστε τι έχουμε και τι μας πρέπει.

Σας εύχομαι ολόψυχα στιγμές "συστημένες" και ώρες έγερσης. 
Και σας αφιερώνω ένα τραγούδι από την αδυναμία μου, Ελένη Βιτάλη : 

13/1/16

"Η ΚΑΡΜΑΝΙΟΛΑ" - Γεωργίου Σουρή

(Σαν έρθει ώρα που δεν έχεις κάτι να πεις, καλό είναι να αφήνεις χώρο σε αυτούς που έχουν. )


Ἡ καρμανιόλα στήνεται, ἡ καρμανιόλα σφάζει,
ἡ καρμανιόλα περπατεῖ κι' ὁ κόσμος κάνει χάζι.
Τὴν βλέπω κατακόκκινη ἀνάμεσα στ' ἀσκέρι
μ' ἐκεῖνο τὸ θεόρατο καὶ φοβερὸ μαχαῖρι
κι'   Ἠ λ ί  λ α μ ά  σ α β α χ θ α ν ὶ (1)  εὐθὺς ἀναφωνῶ,
τρέμ' ἡ φωνὴ στὰ χείλη μου, τὰ λόγια λησμονῶ.



Νομίζω πὼς εἰς θάνατον κι' ἐμὲ καταδικάζουν
καὶ τρέχουν κάρρα κι' ἅμαξαι πολλαὶ ἀπὸ ρυτῆρος,
ἐνῷ τὰ πλήθη ἔξαλλα στὸν δήμιον φωνάζουν:
«Κόφτον τὸν ἀφιλότιμον ἱππότην τοῦ Σωτῆρος».(2)
Καὶ ὁ φρικώδης δήμιος τὸ σβέρκο μου γραπόνει
κι' ἐπάνω στὸ σανίδωμα τὸ τέρας μὲ ξαπλόνει.


Τραβᾷ μὲ φόρα τὸ σχοινὶ κι' ἡ φοβερὰ μαχαῖρα
μοῦ κόβει τὸ κεφάλι μου ἀμέσως πέρα πέρα,
κι' ἐκεῖνο μὲς στὰ αἵματα λαχταριστὸ σπαράζει
ἐπάνω στὸ σανίδωμα τῆς μαύρης λαιμητόμου
καὶ μὲ φωνὴν σπαρακτικὴν καὶ τρέμουσαν φωνάζει
σὰν τὴν κομμένη κεφαλὴ τοῦ Γιάννη τοῦ Προδρόμου.


Ἂν θέλετε, ὦ ἄνθρωποι, νὰ λείψουνε ἀλήθεια
οἱ πόνοι σας, τὰ πάθη σας, τὰ βάσανά σας ὅλα,
αὐτὰ τὰ παλῃοκαύκαλα, τὰ ξεροκολοκύθια,
ἐλᾶτε νὰ τὰ κόψετε σ' αὐτὴ τὴν καρμανιόλα.
Καὶ πρὶν εἰς θάνατον καὶ σεῖς νὰ καταδικασθῆτε
ἐλᾶτ' ἐδῶ μονάχοι σας κι' ἀποκεφαλισθῆτε.


Ἀντὶ νὰ βασανίζεσθε καὶ νύκτα καὶ ἡμέρα
κι' εἰς πέλαγος νὰ χάνεσθε δυστυχιῶν παντοίων,
ἂς πάῃ πιὰ στὸ διάβολο κι' ἀκόμη παραπέρα
αὐτὸ τὸ παλῃοκαύκαλο, τὸ περιττὸν φορτίον.
Βγάλετε ἀπὸ πάνω σας, τὸ ξεροκέφαλό σας,
κι' αὐτὸ νὰ εἶσθε βέβαιοι πὼς εἶναι γιὰ καλό σας.

Πῶς ἤθελα νὰ σᾶς ἰδῶ χωρὶς κεφάλια γύρω
κι' ἐγὼ τὴν ἀνθρωπότητα ἐξ ὕψους νὰ οἰκτείρω.
Ἂς ἦταν νὰ σᾶς τὄκοβα ὡς εἶδος πορτοκάλια...
θὰ ἦταν ἀριστούργημα... ψυχή μου στὰ Πατήσια!...(3)
Σὲ μερικοὺς θὰ ἔβαζα γαϊδουρινὰ κεφάλια,
κι' εἰς ἄλλους πάλι βῳδινὰ καὶ κἄποτε τραγήσια.


Γιατὶ παντοῦ καὶ μάλιστα σ' αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπον
νὰ ζοῦν γαϊδάροι ἀρκετοὶ μὲ κεφαλὰς ἀνθρώπων;
Γιατὶ κεφάλια βῳδινὰ νὰ μὴ φοροῦν καμπόσοι;
γιατὶ δὲ ἄνθρωποι πολλοὶ μὲ λογικὴ καὶ γνῶσι
τὴν ἀνθρωπιὰ των προσπαθοῦν πολὺ συχνὰ νὰ κρύβουν
καὶ ταπεινῶς ἐνώπιον γαϊδουρανθρώπων σκύβουν;


Γιατὶ κανεὶς οὐδέποτε δὲν εἰμπορεῖ νὰ βάλῃ
τὸ πρέπον καὶ κατάλληλον σὲ μερικοὺς κεφάλι;
γιατὶ καὶ τὰ κεφάλια μας δὲν γίνονται καινούρια;
γιατὶ νὰ ζοῦν οἱ ἄνθρωποι, μαζὶ μὲ τὰ γαϊδούρια;
καὶ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ πῇ σ' αὐτὸ τὸ νταβαντοῦρι
ποιὸς εἶναι ἄνθρωπος σωστὸς καὶ ποιὸς σωστὸ γαϊδοῦρι;


Μακρὰν, ἀχρεία κεφαλὴ, ἀπὸ τοῦ σώματός μου,
γιὰ σένα εἶμαι δυστυχὴς στὸ πέλαγος τοῦ κόσμου.
Σὺ μὲ ὠθεῖς νὰ σκέπτωμαι συχνάκις τὴν Ἑλλάδα
κι' ἔσθ' ὅτε τὸ περίσσευμα κι' αὐτὴν τὴν Μανωλάδα (4),
κι' ἡ μία σκέψις ἔπειτα γεννᾷ εὐθὺς τὴν ἄλλη,
ὡς ποὺ μὲ σκέψεις γίνεται κουρκοῦτι τὸ κεφάλι.


Μακρὰν, ἀχρεία κεφαλή, καὶ γίνε δυὸ κομμάτια,
μακρὰν καὶ σεῖς, ὦ φλογερὰ καὶ πυρωμένα μάτια,
ὁποὺ ἀπλήστως βλέπετε τοῦ γείτονος τὸ χρῆμα,
τὸ στρέμμα, ντή παιδίσκην του καὶ κάθε ἄλλο κτῆμα
ποὺ κάνετε καὶ τῶν Ρωμῃῶν τὸ γένος νὰ σουφρώνῃ,
ἂν καὶ ποτὲ δὲν ἔμαθε τὰ χέρια του ν' ἁπλώνῃ.


Μακρὰν, αὐτιά μου δύστηνα ὁποὺ ἀκοῦτε τόσα
ἀπὸ τοῦ κάθε μασκαρᾶ τὴν τροχισμένη γλῶσσα.
Μακράν, ὦ μύτη ρυπαρά, ποὺ σὲ κτυπᾷ ἡ βρῶμα
καὶ ὅ,τι ἄλλο φύεται στῶν Ἀθηνῶν τὸ χῶμα,
ὁποὺ μυρίζεις κάθε τι πολύτιμον σκουπίδι
καὶ τ' ἀποφόρια τὰ γνωστὰ τοῦ τρυφεροῦ Λεβίδη (5).


Μακρὰν καὶ σύ, ὦ στόμα μου, ποὺ τρώγεις ὅ,τι λάχῃ
καὶ ἄνω κάτω κἄποτε μοῦ φέρνεις τὸ στομάχι,
κι' ἀρχίζουν τὰ κοψίματα καὶ ἡ εὐκοιλιότης,
ἂν κι' ὅποιος ὀνομάζεται τοῦ ἀργυροῦ ἱππότης
δὲν ἔπρεπε κοψίματα ποτὲ νὰ ὑποφέρῃ
καὶ μὲς στὸ δρόμο μάλιστα ἡμέρα μεσημέρι.


Μακρὰν καὶ σύ, ὦ γλῶσσα μου, ποὺ λὲς χωρὶς νὰ παύῃς,
ποὺ βρίσκεις πάντα κἄτι τι καὶ ὅλο κόβεις ράβεις.
Καὶ σεῖς, ὦ δόντια, ποὺ συχνὰ μοῦ φέρνετε σεκλέτι,
σᾶς δίνω εἰς Μπάμπανο καὶ εἰς τὸν Κασσαβέτη (6).
Μακρὰν καὶ σεῖς, μουστάκια μου καὶ γένεια, δὲν σᾶς θέλω...
σᾶς δίνω στοὺς μπαρμπέρηδες, σᾶς δίνω στὸν Σεμτέλο.


Μακρὰν, ἀχρεία κεφαλή, ἀπὸ τοῦ σώματός μου,
γιὰ σένα εἶμαι δυστυχὴς στὸ πέλαγος τοῦ κόσμου.
Ποτὲ καλὸ δὲν εἰμπορεῖ νὰ βγῇ ἀπὸ κεφάλι,
κι' ἂν βγῇ κανένα ποῦ καὶ ποῦ χίλια κακὰ θὰ βγάλῃ,
κι' ἂν τὴν κασσίδα βγάλωμε μονάχα καὶ τὴν ψώρα,
θαρρῶ πὼς ἄλλο τίποτε δὲν γέννησε ὡς τώρα.


Αὐτὸ τὸ παλῃοκαύκαλο τί διάβολο τὸ θέλω;
αὐτὸ τὸ παλῃοκαύκαλο τί τὸ κρατῶ στοὺς ὤμους;
γιὰ ν' ἀγοράζω μοναχὰ πρὸς χάριν του καπέλο
καὶ δεξιὰ κι' ἀριστερὰ νὰ χαιρετῶ στοὺς δρόμους;
Γιὰ νὰ τὸ λούζω κἄποτε καὶ γιὰ νὰ τὸ κουρεύω,
κι' ἐνῷ μοῦ εἶναι περιττὸν γιὰ τοῦτο νὰ ξοδεύω;


Μακράν, ἀχρεία κεφαλή, ἀπὸ τοῦ σώματός μου,
γιὰ σένα εἶμαι δυστυχὴς στὸ πέλαγος τοῦ κόσμου.
Νά! πάρτε τὸ κεφάλι μου, σᾶς τὸ πετῶ στὴ μούρη,
ἂς μὴν ἐκπέμπῃ ὅπως πρὶν πνευματικὰς ἀκτῖνας,
ἂς γίνῃ οὐρητήριον, στρατιωτῶν παγοῦρι,
κι' ἀγγεῖον τι δυσώνυμον ὑπὸ συζύγων κλίνας.


Ἂς γίνῃ ὅ,τι θέλετε... ἐγὼ τὸ ἀποβάλλω,
μὰ δώστε μου, παρακαλῶ, ἕνα κεφάλι ἄλλο,
ποὺ σκέψεις καὶ συλλογισμοὺς καὶ στίχους νὰ μὴν κάνῃ,
ποὺ νὰ μὴν πέρνῃ ἔξαφνα γιὰ κάθε τί φωτιά,
νὰ ἔχῃ στόμα, καὶ φωνὴ ποτέ του νὰ μὴν βγάνῃ,
τὰ μάτια νὰ μὴ βλέπουνε, νὰ μὴν ἀκοῦν ταὐτιά.


Νὰ εἶναι τὸ κεφάλι μου ὡς εἶδος τι καπέλο,
νὰ τὸ μεταχειρίζωμαι καθὼς καὶ ὅταν θέλω,
νὰ τὸ φορῶ γιὰ γοῦστο μου καὶ πάλι νὰ τὸ βγάλω
καὶ τὸν καιρό μου νὰ περνῶ καὶ νὰ διασκεδάζω.
Τέτοιο κεφάλι μπρούτζινο κι' ἀναίσθητο τὸ θέλω,
ἀλλέως τοῦτο ποὺ κρατῶ εἰς κόρακας τὸ στέλλω.


Μακράν, ὦ ξηροκέφαλον, ἀπὸ τοῦ σώματός μου,
γιὰ σένα εἶμαι δυστυχὴς στὸ πέλαγος τοῦ κόσμου,
σὲ δίνω εἰς τὸν Φιντικλῆ (7) σὲ δίνω στὸν Μακράκη,
καὶ τὸν Τελώνη προσκαλῶ καὶ τὸν Ἀμοιραδάκη (8),
νὰ μοῦ τὸ κάμουν τρίψαλα ὡς εἶδος κυημᾶ
καὶ νὰ τὸ φᾶνε ὕστερα στὸ φοῦρνο καπαμᾶ.

 Ιούνιος 1887




1. φέρεται ως φράση λεχθείσα από τον εσταυρωμένο Χριστό και μεταφράζεται "Θεέ μου, γιατί με εγκατέλιπες;"
2. η φράση επαναλαμβάνεται πολλάκις στα ποιήματά του για τον εαυτό του, ειρωνευόμενος φιλάρεσκα την παρασημοφορία του.
3. ήταν φράση της εποχής, που εξέφραζε ως όνειρο την εκδρομήστο γνωστό προάστιο των Αθηνών, που τότε ήταν απέραντο από άνθη.
4. το μεγάλο δημόσιο κτήμα στην περιοχή της Ηλείας δόθηκε με την ενηλικίωση του διαδόχου του θρόνου σε αυτόν ως δωρεά εκ μέρους του κράτους.
5. εννοεί την ατυχέστατη διακοπή του βουλευτή Αττικής Ν.Λεβίδη προς τον τότε Υπουργό Εξωτερικών Σ.Δραγούμη, πρωτοξάδελφό του, που γενικώς κατακρίθηκε.
6. οι τότε γνωστότεροι οδοντίατροι των Αθηνών.
7. καθηγητής Πανεπιστημίου, που απέρριψε τον ποιητή σε εξετάσεις.
8. οι τότε δήμιοι, των οποίων η ανάμνηση πανταχόθεν είναι απαίσια.