25/3/16

τα βατικιώτικα τραπέζια

είναι συχνά και πολυπληθή. Για την ακρίβεια, ευκαιρία ψάχνουμε για ν' ανταμώνουμε! Βεβαίως, η σύναξη των οικογενειών την ώρα του φαγητού είναι στοιχείο βαθιά χαραγμένο στην κουλτούρα γενικότερα του Έλληνα, όμως στην περιοχή μας, εδώ, πέρα από την πλάκα, υπάρχουν κάποια ιδιαίτερα, νομίζω, κοινά χαρακτηριστικά :

Μέχρι να τακτοποιηθούμε στα καθίσματα θα ανταλλάξουμε (επιστημονικά τεκμηριωμένες) απόψεις για τον καιρό. -"Είδατε τι κατσιφάρα στο βουνό;", -"Ναι, απ' όταν χάραξε μαζεύει πούσι πάνω απ' το Μεσοχώρι". - "Μακάρι να κάνει κάνα νερό...", -"μπααα, άμα βλέπεις μαυρίλα από κει μέσα, δεν έρχεται. Πρέπει να το γυρίσει γαρμπή". -"Γαρμπής είναι τώρα;" , -"όχι, βρε παιδιά, πουνέντης είναι, καθαρός πουνέντης"...

Σύντομα θ' αρχίσει να ρέει άφθονο κάποιο σπιτικό κρασί, όσο άφθονα και τα παινέματα, που θα συνοδεύουν την κατανάλωσή του ("διαμάντι, Δημήτρη, σκέτο κονιάκ!", "μα, δε σε χτυπάει, βρε παιδί μου, το πρόσεξες;", "εξαιρετικό, όχι, δεν το βρίσκεις πουθενά τέτοιο πράμα", "και χωρίς χημικά, ε;;"). Ε, άμα μοιραστεί και κάνα μπουκαλάκι για το σπίτι, η ευφορία κατακλύζει τη σάλα.

Θα μπερδεύονται οι μυρωδιές σε βαθμό λιγούρας. Ο γυναικείος πληθυσμός θά' χει βάλει την τέχνη όλων των γενεών. Μετά από λίγο θα μπερδεύονται και οι ανταλλαγές συνταγών στον αέρα. Φρέσκο τυρί από το βοσκό, αγνές πρώτες ύλες της μάνας γης, κρεμμύδι να καίει, λάδι να ξεχειλίζει στις πιατέλες, κρέατα από οικόσιτα ζώα, ψάρια και καρποί κάνουν πασαρέλα.

Σε κάθε βατικιώτικο τραπέζι θα υπάρχει τουλάχιστον ένας θαλασσοδαρμένος, ο Καββαδίας του σογιού. Επιδίδεται κάθε φορά στην εξιστόρηση περιπετειών σε μεγάλα ποστάλια, για το Ακαπούλκο και τη Σιγκαπούρη, για μεγάλες θαλασσοταραχές και πώς τρώνε το φίδι και τον πίθηκο στις ασιατικές χώρες. Κι όταν δε θυμάται τι έχει πει κι επαναλαμβάνεται (φαινόμενο συχνό), ευκαιρία για τους ακροατές να τεστάρουν την αλήθεια των ιστοριών του.

Πολύ συχνά στο τραπέζι μας έχουμε κι έναν φιλοξενούμενο, ξενιτεμένο στην πόλη ή πιο μακρινό, "Αυστραλέζο" ή "Αμερικανό". Και σίγουρα, πολλούς περισσότερους σε κορνίζες πάνω στο σερβάν.
Κάποιες φορές θέση στο βατικιώτικο τραπέζι έχει κι ο μοναχικός γείτονας. Χρονιάρα μέρα, κάνει; Δεν κάνει! (αυτή η πρόβλεψη των σπιτονοικοκυραίων κάθε φορά μου θυμίζει το κομμάτι "του φτωχού" στη βασιλόπιτα).
Σίγουρα κάποιος θα κάνει την αρχή και θα πιάσουμε το νήμα για να βρούμε πώς η Ζμπερίτσα του Γκούντμαν (Goodman, ο πιο μοχθηρός συγχωριανός) μεγάλωσε μόνη τα δώδεκα παιδιά της, τα καημένα τα Κλαδευτηράκια, που έκαναν οικογένειες και πρόκοψαν με την ευχή της μάνας, και η επιχείρησή τους (ν' αλλάζουν το ψαθί στις καρέκλες) πήγαινε καλά αλλά βρέθηκε ένας επιτήδειος -ο Φώτης του Σκαρόγιωργου- και την έριξε έξω και πήραν των ομμάτιών τους και οι μισοί μπάρκαραν, κ άλλοι φύγαν για τα ξένα... Και πώς η συγχωρεμένη η καποτίτσα η δασκάλα τρελάθηκε εξαιτίας του χαμένου έρωτά της... Και πόσους είχε σώσει ο μοναδικός γιατρός, που μεταξύ άλλων ξεγένναγε, έβγαζε δόντια κι έδινε οδηγίες για τις αλλεργίες και τη λύσσα, οπότε πριν κάτι χρόνια του το ξεπληρώσαμε ομαδικώς, δίνοντας μετά θάνατον τ' όνομά του σε κεντρική οδό.
Ιστορίες σαν αποσπάσματα από τις "Νύφες", την "Πολίτικη κουζίνα", την "υπολογαχό Νατάσα", άλλοτε δακρύβρεχτες κι άλλοτε κωμικές μες στην τραγικότητά τους. Ιστορίες για ανθρώπους άλλων εποχών, δίκαιους κι άδικους, μεγαλειώδεις και τιποτένιους. Και συνήθως σκληροτράχηλους, όσο σκληρά κι αυτά που ζούσαν.
Από τα βατικιώτικα τραπέζια χωριζόμαστε μετά από καμιά δεκαριά ώρες, βραχνιασμένοι και νυσταλέοι.

Κάποιες λίγες φορές το αντάμωμα των συγγενών και φίλων καταλήγει σε ανταλλαγή πυρών, γιατί ...συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Ποιος είδε στενές σχέσεις χωρίς τριβή, άλλωστε; Όμως ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός και πάλι, σύντομα ή λίγο αργότερα, θα φέρει τα ποτήρια να τσουγκρίσουν για ευχές.

Κάποτε άκουσα την άποψη πως τα τραπεζώματα είναι έξοδο και καλό είναι να τ' αποφεύγουμε πια. Μα πώς ν' αποτιμήσεις την επένδυση στις σχέσεις ; Με τι μονάδα να τη μετρήσεις; Το βατικιώτικο τραπέζι είναι ιεροτελεστία δεσίματος και ψυχικής θρέψης. Είναι η ψυχαγωγία μας εδώ, πέρ' από την πλάκα, που δεν έχουμε θέατρα. Είναι η άμυνά μας σε δύσκολους καιρούς εδώ, που δεν έχουμε ψυχολόγους. Είναι και η εξάσκηση των σχέσεων σε εποχή που το εικοσιτετράωρο περνά συνήθως διεκπεραιωτικά. Είναι πολύτιμη προίκα, που ελπίζω να καταφέρουμε να διαφυλάξουμε και μεταφέρουμε .

 βατικιώτικο φιλικό, στρωμένο με αγάπη, τραπέζι


6/3/16

Βγες στο μπαλκόνι να δεις

Ο άνθρωπος είναι περίεργο είδος. Ικανός για τα χειρότερα και ταυτόχρονα για τα καλύτερα. Λοιπόν, κάποτε που, φαίνεται, ήταν στις καλές του σκέφτηκε κάτι ευφυές και χρήσιμο : το μπαλκόνι. Ε ναι, το μπαλκόνι! Τι, επειδή πάνω στην τρεχάλα μας το μετατρέψαμε σε αποθήκη για το σκουπόξυλο και τις πατάτες του νοικοκυριού;
Πολεοδομικά σε κάποιες περιπτώσεις θεωρείται "ημιυπαίθριος" χώρος. Σα να μας λένε πως μπορούμε να έχουμε κάποια ημι-κατάσταση στα σπίτια μας, που να τα συνδέει με την ύπαιθρο. Ορθό!
Το μπαλκόνι έχει τραγουδιστεί όσο τίποτε άλλο (εντάξει, εδώ υπερβάλλω) : "κάααθε μπαλκόονι έχει άλλη θέα", "στο πιο ψηλό μπαλκόνι , στο πιο ψηλό βουνό θ' ανέβω-θ'ανέβω-θ' ανέβω να σε δω", "στενά μπαλκόνια, δειλινά στενά, καρδιές μπαλόνια πετούν στο πουθενά", "τη γριά που χαιρετίζω στο απέναντι μπαλκόνι τόσο λίγο τη γνωρίζω, μα η ματιά της με πληγώνει","τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά, δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου δε βαστά", "Αχ, μέσα στ' όνειρο σ' είδα μια φορά, Αρετούσα με τα κόκκινα μαλλιά, στο μπαλκόνι σου θ' ανέβω κρυφά"...
Το μπαλκόνι έχει παράλληλα χρησιμοποιηθεί και με άσχημο τρόπο. Έχει δώσει βήμα σε αισχρούς υποσχετικούς λόγους κι έχει -άθελά του- αναδείξει δια της υψομετρικής διαφοράς από το έδαφος πρόσωπα και μεγαλόπρεπους χαιρετισμούς προς ένα συνεπές, παραληρόν πλήθος.

Στις εθνικές επετείους αναρτάμε την εθνική μας υπερηφάνεια στη θήκη της σημαίας, στο γάμο του σπιτιού γεμίζουμε το μπαλκόνι με τούλια και για τις ώρες της χαράς με τους φίλους έχουμε θεσπίσει τη γωνία του barbecue. Γίνεται και ο πιστότερος φίλος, συνάμα. Μια μόνιμη συντροφιά για το τσιγάρο κι ένας χώρος φιλόξενος για ιδιωτικές συζητήσεις, που πολλά ακούει, αλλά δε θα μεταδώσει τίποτε.
Οι φοιτητικές εστίες και οι εργατικές πολυκατοικίες συνήθως στερούνται μπαλκονιών. Οι φυλακές σίγουρα! Στις μεγαλουπόλεις τα μπαλκόνια είναι στενότερα από αυτά των επαρχιακών σπιτιών. Στις διακοπές το "δωμάτιο με θέα" κοστίζει περισσότερο. Σα να συνοδεύει προνομιούχες ζωές.
 
Είναι, λοιπόν, το μπαλκόνι, ο χώρος και το μέσον επικοινωνίας μας με τον έξω κόσμο. Μας φέρνει σε επαφή με τις καιρικές συνθήκες, με τους ήχους και τις ιστορίες της γειτονιάς, με τη ζωή έξω και πέρα από το μικρόκοσμό μας. Είναι το αντίδοτο της (φυσικής και ψυχικής) κλεισούρας. Προσφέρει μια μετάβαση, μιαν ανάσα. 


Άρχισε να έρχεται ο ήλιος στο μπαλκόνι μου. Πάω έξω...