26/8/19

Έτος καβάτζας

Στις φετινές διακοπές μία λέξη ηχούσε στ' αυτιά μου τόσο συχνά, που δε γινόταν παρά να την παρατηρήσω : η "καβάτζα" (όχι "καβάντζα", αλλά χωρίς "ν", "καβάτζα". Σύντομα, στρογγυλεμένα και βολικά, όπως η έννοιά της).

Μέχρι τότε ήξερα σαν καβάτζα εκείνο το στενό, μα πάντα ήσυχο δρομάκι, πολύ κοντά στο πολυσύχναστο Μοναστηράκι. Ένα ωραίο κόλπο, για να απολαμβάνω την έξοδό μου με το αμαξάκι μου, χωρίς έννοιες για κλοπή, Τροχαία ή μάταιες περιπλανήσεις μέχρι να βρεθεί η πολυπόθητη ελεύθερη θέση στάθμευσης.
Ήξερα και το πενηντόευρο στη μικρή τσεπούλα ή θήκη, να περιμένει σαν εφεδρικό, σε περίπτωση κακοτοπιάς.
Φέτος, όμως, όλες οι νεαροπαρέες στο νησί είχαν ως ζητούμενο τον απόμερο κολπίσκο, τον πιο πριβέ, δηλαδή "την καβάτζα, τη σωστή".
"Ωραία καβάτζα αυτή, αδελφέ", σχολίαζαν και στη φυσική σκιά ενός βράχου.
Κάτι χρειάστηκα μια μέρα κι όπως στεκόμουν κάπως σκεπτική ο γνωστός, μου απάντησε : "μην ανησυχείς, θα σου φέρω απ' το σπίτι μου, να δεις που εσύ θα καβατζωθείς καλύτερα απ' όλους!".

Κι έτσι, άμεσα και βιωματικά, είδα πώς το τρέχον λεξιλόγιο καθρεπτίζει και μαρτυρά το ήθος της εποχής...

7/9/18

Μεσοπέλαγ' αρμενίζω

Φέτος οι διακοπές αποδείχθηκαν ό,τι ακριβώς χρειαζόταν ένας οργανισμός, που δούλευε ασταμάτητα από το 2015. Δυνατές, σπάνιες, η ιδανική ώθηση για μια νέα εργασιακή χρονιά. Σημείωσα τα μπάνια με γραμμούλες, σαν παιδί, σαν τότε που σημειώναμε σε χαρτί κολλημένο στον τοίχο μπάνια και παγωτά. Στο τέλος, μέτρησα δεκαπέντε πολύτιμα, ξέγνοιαστα, απολαυστικά μπάνια.

Εκείνο, όμως, που σκέφτομαι ακόμη ασταμάτητα, είναι εκείνο το ένα στα Κύθηρα. 
Δυο λεπτά πέρα απ' το μοναστήρι της Μυρτιδιώτισσας, αφήνοντας την κάπως επίσημη και φινετσάτη μυρωδιά των μυρτιών, το πράσινό τους και τη γαλήνη του χώρου, φτάσαμε στη δυτικότερη άκρη του νησιού, όπου ο Άη Νικόλας ο Κρασάς στέκεται κι αγναντεύει το κρητικό πέλαγο. Μικρός, αλλά φτάνει. Ήσυχος, κατάλευκος, φωτεινός και καταδεκτικός στις φωτογραφίες. Ξύλινο, στρογγυλεμένο φραχτάκι προστατεύει από τα βράχια τους μαγεμένους. Πάντα μ' αρέσει να το χαιδεύω, σαν η καμπυλότητα να υποδέχεται τα χέρια πιο γλυκά. Και δίπλα, ο ιστός με την ελληνική σημαία ανεμίζει σύμφωνα με τους καιρούς της γειτόνισσας θάλασσας. 
Στην πρώτη, πριν χρόνια, αναγνωριστική επίσκεψη συνεπαρμένη αναρωτιόμουν πόση ομορφιά μπορεί να εκπέμψει μια άκρη της γης, ένα άνοιγμά της στην απλωσιά του πελάγους και πως σίγουρα όλο αυτό ήταν το τέρμα, το τέλειο. Αυτή όμως τη φορά έμελλε ν' ανακαλύψω πως η φύση επιφύλασσε κάτι ακόμη παραπέρα και τελειότερο!

Παραδίπλα απ' το ξωκκλήσι υπήρχε κρυμμένο μες στη βλάστηση ένα φαράγγι αρκετών μέτρων. Χρειάστηκε ένα μισάωρο πότε δυσκολότερης και πότε όχι κατάβασης. 
- "Μπορείς;"
- "Ναι" (τι ωραίο ν' αναρωτιέμαι και να ψάχνω σε ποια πέτρα είναι το επόμενο πάτημα και όχι τι να πληκτρολογήσω!!). 
Λίγο πριν το τέλος, καλαμιές. Φτάναμε σε νερό. Ναι, φτάσαμε. Τα βράχια άνοιγαν σε μια μικρή, σκιερή εσοχή και βυθίζονταν λίγο-λίγο μέσα στη θάλασσα. Ακουμπήσαμε σ' έναν ψηλό βράχο τα λιγοστά μας πράγματα και ακολουθήσαμε την πορεία τους. Μπήκα πρώτη. Φοβήθηκα το άγνωστο, αλλά μπήκα και προχώρησα με λίγες οργιές προς το φως. Το χερσαίο κομμάτι τελείωνε, ο βυθός βάθυνε μονομιάς δεκάδες μέτρα κι ο,τιδήποτε μπορούσε να δώσει αίσθηση ασφάλειας έμεινε πίσω. Μόνο ο ήλιος έδινε σημάδι πως κάτι καλό υπάρχει εκεί έξω. Ένιωθα πια πως είμαι μπρος σε μια τεράστια "πόρτα", εκεί που αφήνεις τα πάντα πίσω και μπαίνεις μέσα στο μπλε. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, είχα αγχωθεί και κοιτούσα ολόγυρα στην επιφάνεια του νερού , μην τυχόν εμφανιστεί κανένα κήτος. Έμεινα λίγη ώρα έτσι, μέχρι να εξοικειωθώ με το περιβάλλον.
- "Νίκη, απόδειξε τ' όνομά σου". 
Τα νερά ήταν κρύα, αλλά ήρεμα και φωτεινά. Ένας μικρούλης κορμοράνος ήρθε κι ελάφρυνε το φόβο μου, έτσι χαριτωμένα που βουτούσε το κεφαλάκι του, εξαφανιζόταν κι έπαιζε στο νερό. Ένα πουλί αντιλάλησε μες στα βράχια και τις σπηλιές, δεν είχα ξανακούσει τέτοια φωνή. Κοίταζα ψηλά, χαμογέλαγα. Ένιωθα καλύτερα. Το περιβάλλον σα να μας είχε δεχθεί, εμάς, τους περίεργους επισκέπτες.
Μετά από λίγη ώρα αποφασίσαμε να προσεγγίσουμε κάτι βράχια που δεν ήταν προσβάσιμα από κάπου αλλού, παρά μόνο από την ανοιχτή θάλασσα. Ευτυχώς δεν υπήρχε έντονος κυματισμός και τα καταφέραμε. Ανεβήκαμε στα απάτητα και καθήσαμε να πάρουμε δυνάμεις απολαμβάνοντας το τοπίο. 
Τότε αποσβολώθηκα.  Τέτοια απλωσιά δεν είχαν δει τα μάτια μου ποτέ! Εκεί η τελειότητα, η αρμονία, μήπως κι η ευτυχία;! Δεν υπήρχε τίποτ' άλλο, παρά μόνο μπλε. Δύο μπλε και στη μέση μια αχνή, λεπτή λευκή γραμμή, που τα χώριζε ίσα για να μπορείς να πεις "να , βλέπεις; Ως κει θάλασσα, από κει και πάνω ουρανός". Δύο μπλε χωρίς σημάδια, χωρίς ατέλειες, ενιαία κι απέραντα. Το πάνω, ανοιχτό θαλασσί, το κάτω πιο σκούρο. Και τεράστια, ατελείωτα! Κι όλα μπροστά μας, στο ύψος μας! 
Η θέα από ψηλά δίνει άλλην αίσθηση. Την ξέρουμε, την απολαμβάνουμε πολλές φορές στη ζωή μας. Έχει και μια απόσταση ταιριαστή, το πολύ όμορφο είναι φυσιολογικό να απέχει κάπως και μεις, οι θεατές του, να το εκτιμούμε από τη θέση μας. 
Αυτό εκεί ήταν δίπλα στα σώματά μας. Γύρναγα απ' τη μια το κεφάλι κι όσο μακριά μπορούσα να δω, μπλε έβλεπα. Γυρνούσα απ' την άλλη, το ίδιο. Νομίζω κιόλας πως αυτή η λεπτή λευκή γραμμή καμπύλωνε στις άκρες της προς τα κάτω. Αλήθεια, νομίζω είδα την καμπυλότητα της γης. Κι αλήθεια, ήταν σαν σκηνικό ταινίας, έτοιμο ν' απλώσεις τα χέρια και να το πιάσεις. Πώς η αλήθεια και το ψέμα μπορούν να μπλέκονται τόσο πετυχημένα;
- "Σκέφτεσαι τίποτα;"
 - "όχι".
- "Σου λείπει τίποτα;"
- "όχι". 
Όχι! Και δεν τό' χα συνειδητοποιήσει μέχρι να χρειαστεί ν' απαντήσω!
Είχε περάσει έτσι γύρω στη μισή ώρα και γω προσπαθούσα ασάλευτη ν' απομνημονεύσω την τελειότητα, την απεραντοσύνη, το υπέρτατο, τον παράδεισο. Όλες οι αισθήσεις εκεί συγκεντρωμένες κι απορροφημένες. Τίποτε αλλού. Τίποτε άλλο δε χωρούσε. Απίστευτη αίσθηση. Δεν ξέρω αν την έχω ξανανιώσει ποτέ, ούτε αν θα την ξανανιώσω.
Κι ήταν και κάτι ακόμη πρωτόγνωρο : συνειδητοποίησα πως όλα τα μπάνια της ζωής μου μέχρι τότε ήταν στην απόληξη στης θάλασσας, σε ακτές. Στην ασφάλεια και στην άνεση. Εκεί που ο άνθρωπος τη φέρνει λίγο-πολύ στα μέτρα του : βάζει καφέ, μουσική, ξαπλώστρες, φέρνει κι επιβάλλει τη φασαρία του, την πολυτέλεια και την εξυπνάδα του. 
Αυτό ήταν δεν ήταν απλώς μπάνιο, αλλά εμπειρία, ένωση, σύναψη σχέσης, αφού η θάλασσα με υποδέχθηκε στην έδρα της, στα σπλάχνα της. Ήταν άφημα στο άγνωστο, παράδοση στην κυριαρχία της, ένταξη στο ανοιχτό και απέραντό της. Εγώ έκανα βήμα προς αυτήν σπάζοντας τους φόβους μου κι εκείνη, σαν αντίδωρο, με δέχθηκε ήσυχα. Εγώ την πλησίασα προσαρμοζόμενη στους ήχους, στο ρυθμό και τον κόσμο της κι εκείνη με πήρε μέσα της.


Κάτι συνέβη στον Άη Νικόλα τον Αύγουστο του 2018. Κάτι, που θα αναλογίζομαι για καιρό και θα προσπαθώ διαρκώς να ανακαλώ στο μυαλό και στις αισθήσεις μου, πεισματικά, σαν ερωτευμένη, μπας και κατορθώσω, έστω για μία φορά, την ψευδαίσθηση του "ξανά".

---------------------


Στο Γ., που μου το χάρισε.



1/7/18

Μικρή, με λέγαν "γάτα"!




Το κείμενο, που συνοδεύει τη φωτογραφία αυτή, πρέπει να ξεκινήσει με μια διευκρίνιση : είμαι άκρως αντίθετη με τη δημόσια ανάρτηση στο διαδίκτυο φωτογραφιών από φαγητά, σουβλιστά αρνιά και τρικούβερτα τραπέζια. Είναι πολύ άσχημο να προκαλούμε, εν αγνοία μας, κάποιον και να του φέρουμε λιγούρα ή λύπη, την ίδια ώρα που πιθανόν να πεινάει ή να στερείται βασικών αγαθών.
Η παρούσα φωτογραφία, ωστόσο, έχει λόγο ύπαρξης, γιατί ποντάρω να εμπνεύσει -αν όχι τα γραπτά μου.

Μικρή, λοιπόν, έτρωγα τα ψάρια σα γάτα. Ανεχόρταγα και μέχρι τελευταίου κόκκαλου. Κι αυτό συνεχίστηκε μέχρι σήμερα, είναι στα αγαπημένα μου φαγητά. Γι' αυτό και πιστεύω πως οι άνθρωποι της πόλης χάνουν επεισόδια αληθινής ζωής. Ακόμη και στο θέμα του φαγητού έχει καθιερωθεί ο "αστικός" τρόπος, λες και δαύτος έρχεται πακέτο με τις κόρνες, τις ουρές, τα τζιπ, τα σπίτια-κουτάκια και το ασταμάτητο τρέξιμο. Το ψάρι αντικαταστάθηκε από το προκάτ καλαμαράκι-δαχτυλίδι και πάντως, είναι συνήθως προνόμιο των πλούσιων κι απολαμβάνεται σε κάποιο παραλιακό ταβερνάκι, όπου μάλιστα ο σερβιτόρος θα σκύψει υποτακτικά να το ξεκοκκαλίσει, γιατί ο κύριος κι η κυρία δεν πρέπει να λερώσουν δάχτυλα. Ο μέσος Αθηναίος δεν έχει χρόνο για "ιδιαίτερα" μαγειρέματα : ντελίβερι, μακαρονάδες  και σαλάτες πέφτουν κάθε βράδυ στ' άδειο στομάχι του, εκ περιτροπής. Γιατί όταν γυρνά σα ναυαγός, πού όρεξη για μαγειροτσουκαλίσματα; Πολυτέλειες.
Αναρωτιέμαι πώς να εξηγήσω την αξία; , τη διαφορά; , τον άλλο κόσμο εν πάσει περιπτώσει της επαρχιώτικης κουζίνας. Λίγες φρέσκιες, κρουστές κορφές βλήτων είν΄αρκετές για να μοσχοβολήσει γη η κουζίνα μου. Σ΄ένα τέταρτο λιώνουν, γίνονται "μυαλό". Τα βγάζω απ' την κατσαρόλα, καταπράσινα αυτά χωρίς κάποιο τερτίπι χημείας (ρίξε σόδα, λένε, για να κρατήσουν τα βραστά λαχανικά το χρώμα τους) κι όπως αχνίζουν, πρώτα λεμόνι και μετά ελαιόλαδο μπόλικο. Και σε λίγο ξανά λάδι, γιατί το ρουφάνε αμέσως και χόρτα στεγνά δεν επιτρέπονται! Η επιτυχία κρίνεται στο "κολύμπι" τους. Τα δε μελανούρια ψήνονται ταυτόχρονα στο μπαλκόνι και τα ξαναγυρνώ να ξεροψηθούν, όμως δεν τα πολυανοίγω, γιατί αν χαθεί η θερμοκρασία, θ' αργήσει το ψήσιμο και θα στεγνώσουν από τα ζουμιά τους. Κι όταν ετοιμαστούν, τα περιμένει μια πιατέλα με λαδολέμονο καλά χτυπημένο μέχρι να γίνει παχύρευστο και ρίγανη ξερή, φιλεμένη απ' τον Ταύγετο. Τα αγαπημένα μου σημεία στο ψάρι ήταν ανέκαθεν η ουρά, τα μάγουλα και το αυγό. Πανηγύρι κάνω όταν το ψάρι μου είναι αυγωμένο! Νιώθω ό,τι σαν παιδί, όταν ανοίγαμε το Kinder. Υπόψιν και κάτι ακόμη : τα αυγωμένα ψάρια είναι κατ' αμάχητο τεκμήριο πιο γευστικά (η μάνα, που κυοφορεί, έχει στο σώμα της πιο πολλές ουσίες). Ε, και μ' ένα λαδοπαξίμαδο ή μια φέτα (αληθινά) ζυμωτό ψωμί γίνομαι αρχόντισσα.
Καταλαβαίνετε τώρα, αγαπημένοι μου, γιατί βροντοφωνάζω πως ΧΑΝΕΤΕ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΖΩΗΣ;;;

Η φύση προσφέρει, ακόμη και στην κακομεταχείρισή της, απλόχερα πολλά αγαθά και μεις τα υποτιμάμε μέχρι να βρεθεί κάποιος να μας τα ονομάσει "υπερτροφή" και τότε, να μας τα μοσχοπουλήσει. Θεωρώ ύψιστη βλακεία το ότι αντιμετωπίζουμε την τροφή σαν μέσο επιβίωσης. Όχι! Είναι πρωτίστως απόλαυση, χαρά και τρόπος φροντίδας! Η τροφή είναι συνεργασία και γιορτή των αισθήσεων, είναι μυρωδιές και χρώματα! Μοσχοκάρυδο στην αχνιστή μπεσαμέλ, κανέλλα στην πέτσα του ρυζόγαλου, άνιθος στις λαλαγκίδες (τηγανητό κουρκούτι με ψιλοκομμένα χόρτα), δυόσμος στα κεφτεδάκια, ρισμαρί (δεντρολίβανο) στο σαβόρι, όλες οι γήινες αποχρώσεις στην οσπριάδα, το μαγικό κρεμμύδι που καίει σπιρτόζικα μα όλα τα γλυκαίνει...! Η τροφή είναι απόλαυση, είναι να γλύφεις την κόλλα της ψαρόσουπας όταν αυτή κρυώνει, να συνδυάζεις τηγανιτά περκόχανα με ουζάκι, να τσιμπάς απ' το ταψί τη ροδοψημένη στην κόγχη της πατάτα πριν γίνει το λεμονάτο και να σου χτυπούν το χέρι για μάλωμα, να φέρνεις σπίτι τη φραντζόλα του ψωμιού πάντα δαγκωμένη στην πάνω πλευρά, να συλλέγεις στην άκρη του πιάτου κουκούτσια κάνοντας διαγωνισμό για το ποιος έφαγε τις περισσότερες ελιές, να εξατμίζεται το ανθόνερο πάνω στους καυτούς κουραμπιέδες, να μην αντέχεις να κρυώσει ο σιμιγδαλένιος χαλβάς και να τρως απ' την κατσαρόλα (καίγοντας μονίμως τη γλώσσα), ν' αναποδογυρίζεις το πιάτο και να ρουφάς ηχηρά το τελευταίο ζουμί του καρπουζιού! Δεν είναι ευλογία, προνόμιο μεγάλο του ανθρώπου το να μπορεί να παίρνει τόση χαρά από πράγματα μηδαμινής αξίας; Και δεν είναι κρίμα να τα υποτιμά; 

Έχω δει την τροφή να γίνεται και μέσο φροντίδας, να θρέφει έμμεσα, ψυχικά. Η σούπα καταπραύνει, η κρέμα θυμίζει φροντίδα παιδικών χρόνων... Δεν είδα άνθρωπο να μη νοσταλγεί και να μη θεωρεί ως νοστιμότερη όλων, την κατσαρόλα της μάνας του. "Μου τό' βγαλες ξινό", "μου πήγε το φαί στην πλάτη" λέμε όταν συγχυζόμαστε. Ομολογώ πως ακόμη ενοχλούμαι όταν οι δικοί μου με ρωτούν τι έφαγα-τι τρώγω-τι θα φάω. Μου πήρε, άλλωστε, χρόνια για να μεταφράσω τις ερωτήσεις αυτές στο "πώς πέρασες-πώς είσαι". Μόλις όμως το θυμηθώ, δεν αντιδρώ.

Κι είναι και κάτι ακόμη, όχι τυχαίο. Δενόμαστε με όσους τρώμε μαζί, το τραπέζι είναι τόπος και χρόνος συνάντησης. Με τους φίλους επιλέγουμε να βγούμε για φαγητό. Ο ένας προσφέρει στον άλλο, μοιράζονται απ' την ίδια πιατέλα τις ίδιες γεύσεις. Κι η συζήτηση θα δώσει χρόνο, ώστε οι γεύσεις να εμπεδωθούν, η τροφή να μασηθεί καλά, να μπερδευτεί αργά με κρασί, θα τσουγκρίσουν ποτήρια και ο ήχος τους θα επικυρώσει την ιεροτελεστία.

Να τρώτε, αγαπημένοι. Να τρώτε καλά, συχνά, φροντισμένα και να το χαίρεστε. Να θρέφετε τους εαυτούς σας και τους γύρω σας, γιατί... οι χορτασμένοι είναι πλήρεις άνθρωποι.

ΥΓ : Το παρόν αφιερώνεται σε σένα, Λ., με την ευχή....ξέρεις ποια.





30/5/18

Τρεις μέρες μόνο

Ένα τριήμερο είναι αρκετό για να γυρίσεις πίσω, στις ρίζες σου.
Πιστεύω ότι ανήκουμε πρωτίστως στον εαυτό μας. Ο πυρήνας μας είναι μέσα μας, τον κουβαλάμε μαζί μας. Ο παππούς μου, πρόσφυγας από τη Μικρασία, έλεγε : "όπου γη, πατρίς". Νομίζω, λοιπόν, πως δεν είναι η αίσθηση του ανήκειν αυτή, που λειτουργεί καταλυτικά, όταν γυρνώ στην πατρίδα. 

Είναι η επανασύνδεση με τους γεννήτορες, η τόσο ανακουφιστική υπενθύμιση πως είμαι ακόμη για κάποιους παιδί. Το αόρατο πέπλο ασφάλειας και μέριμνας, που με χρόνια θυσιών κάποιοι φρόντισαν να υφάνουν πάνω απ' το κεφάλι μου. 'Οταν οι πλάτες βαραίνουν από την ευθύνη του εαυτού μου, ο ρόλος του παιδιού έρχεται σα βάλσαμο. Ίδιο βάλσαμο με την παχύρεστη, αχνιστή σούπα από σκορπίνα, που με υποδέχθηκε. Ευλογημένοι όσοι μπορούν να το απολαμβάνουν ακόμη.

Είναι η επαφή με τις μυρωδιές, τους ήχους και τις εικόνες, που απέκτησα πολύ πριν καταλάβω τον εαυτό μου.
Περπατώ στα βράχια δίπλα στη θάλασσα κι αναγνωρίζω με κλειστά μάτια τι καιρό έχει. Περιμένω ν' ακούσω τον απόηχο της πετρελαιομηχανής από την τράτα στο βάθος, που έριξε δίχτυα και γυρνά στο λιμανάκι. Ξέρω σε ποιο σημείο θα σταθώ για ν' αγναντέψω εκείνα τα δύο μικρά βραχάκια, που από μία μόνο οπτική γωνία δείχνουν σαν τη ράχη μιας φάλαινας. Περνάν αγροτικά, με σκονίζουν αδιάκριτα και γω ευχαριστιέμαι, γιατί γίνομαι ένα με το ντόπιο χώμα.
Ακούω την αλυσίδα της άγκυρας του πλοίου να πέφτει επιβλητικά στο νερό, ακούω τους γλάρους πάνω απ' το σπίτι μας όταν φυσά νοτιάς ή δυτικός, ακούω το μοτέρ του πηγαδιού απ' το κρεβάτι μου - ο μπαμπάς πάντα σηκώνεται νωρίτερα και ξεκινά το πότισμα. Ακόμη κι οι κότες μας μου αρέσουν. Το ζορισμένο κακάρισμά τους για να βγάλουν τ' αυγό, το πανηγυρικό τους όταν τα καταφέρουν και το μακρόσυρτο όταν σκαλίζουν με μακαριότητα το χώμα. 
Σαββάτο πρωί και σ΄όλη τη γειτονιά πλανιέται μυρωδιά ψημένου ψωμιού απ' το φούρνο του Κοντραφούρη. Μυρίζω τα βερύκοκα, παίρνω μια τζούρα πάνω από κάθε τριανταφυλλιά, κι όσο χαζεύω το γιασεμί μας στην εξώπορτα με τριγυρνάν οι γάτες. Επιθεωρώ τ' αυλάκια στον κήπο, ρωτώ τι σπείραμε φέτος. Δίπλα στις μελιτζανιές βάλαμε δυο ολοστρόγγυλους βασιλικούς, βοηθούν στη γονιμοποίηση, λένε. Το βράδυ στο πανηγύρι ακούω βιολί και ταυτόχρονα νομίζω ότι κάποιος αγγίζει με δοξάρι τις χορδές μέσα μου.

Σκέφτομαι πως στο τέλος της ολιγοήμερης επίσκεψής μου θα θέλω να μεταφέρω ό,τι είδα, γεύτηκα κι άκουσα κι αυτοσχεδιάζω νοερά με τις λέξεις. Μόνο που μέχρι να τις αποτυπώσω, εξατμίστηκαν. Αυτό που παραμένει ατόφιο είναι το βίωμα, αυτό που μπορεί να νιώσει μόνο όποιος κουβαλά μέσα του κάτι παρόμοιο.

Να έχετε ένα μέρος, να γυρνάτε. Για τρεις ημέρες. 


6/5/18

Αληθινοί ήρωες

Ο απόηχος των πασχαλιάτικων ημερών έχει κι αυτός πια ξεθωριάσει, κι όμως ένας ληστής τριγυρνά ακόμη στο μυαλό μου, ένας άσωτος υιός, μια πόρνη. Αυτός που λυγίζει και συντρίβεται την ύστατη στιγμή, εκείνος που ταπεινώνεται γυρνώντας στο πατρικό καταφύγιο με την ουρά στα σκέλια κι αυτή, που με -επίγνωστη κι όχι επαιρόμενη- παρρησία στέκεται μπροστά σ' έναν Χριστό.
Ποια να ήταν άραγε η ζωή του ληστή; Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι ήταν ένας άνθρωπος, που παρανομούσε εις βάρος περιουσιών άλλων. Σα να λέμε, σαν τους μισούς ανάμεσά μας, τουλάχιστον. Έκανε την αυτοκριτική του, όμως. Δε σφύριξε αδιάφορα, ούτε στρογγυλοκάθισε πάνω στις -πιθανές- αναποδιές ή δυσκολίες της ζωής του, με σκοπό ν' αυτοδικαιωθεί. Ούτε φυσικά έτρεξε να κλαψουρίσει για να τη σκαπουλάρει, ούτε έψαξε μηχανισμούς αυτοδικαίωσης. Ποιος αναρωτήθηκε πόση συντιβή ένιωσε μέσα του για να ξεστομίσει αυτό το "μετανοώ";; Και πόσοι όμοιοι έχουν την ανδρεία να το υποστηρίξουν σήμερα; Κι όμως, αυτό το ντόμπρο φινάλε κάνει τη διαφορά.

Ο άσωτος υιός είναι επίσης αγαπημένος ήρωας, γιατί γλεντοκόπησε τη ζωή του δίχως αύριο, την ξεζούμισε, την έφτασε στα άκρα. Συγγνώμη, αλλά και γω το ίδιο θά' κανα! Ένας άνθρωπος με σπίθα μέσα του, με πείνα κι όρεξη για γλέντι κι απόλαυση. Όλα στο πολύ! Και τον πάω, γιατί το λίγο είναι χειρότερο απ' το πολύ. Όταν όμως έφαγε το γερότερο χαστούκι της ζωής (ξέμεινε από χρήματα και ξέπεσε), όταν αποδομήθηκε πλήρως η μόνη πηγή ευζωίας του, πάλι με αλήθεια έζησε - εκεί είναι το θέμα, σε αντίθεση με πολλά σημερινά καλομαθημένα, που σε παρόμοια περίπτωση, θα τους έφταιγε όλο το σύμπαν. Αυτός ντόμπρα παραδέχθηκε την ήττα, μάζεψε τα σπασμένα δοντάκια του κι απευθύνθηκε στον ευεργέτη του μετανιωμένος. Πόσοι είναι ικανοί σήμερα να πουν "τά' κανα όλα λίμπα, αλλά θέλω να το πάρω απ' την αρχή το πράγμα" ;; Και διευκρινίζω : όχι να το απαιτήσουν, αλλά να παρακαλέσουν γι' αυτό. 

Για τη δε πόρνη, διάβασα πρόσφατα κάτι πολύ εύστοχο : "Κάθε πόρνη κρύβει μέσα της μια πολύ ηθική κοπέλα. Κι οι ηθικότερες κοπέλες έχουν καλά κρυμμένη μέσα τους μια πόρνη". Αυτό το καλά κρυμμένο, το καμουφλαρισμένο με καθωσπρεπισμούς, το καταπιεσμένο υπό το φόβο ενός αόρατου πέλεκυ, είναι που μας μάρανε. Πολύ βολικά τα καλούπια, μας θέτουν σαφή στρατόπεδα : από δω οι καλές, από κει οι ανήθικες. 
Ποιος όμως ασχολείται με το πώς γίνεται κάθε τι; Με το γιατί; Αυτά είναι άβολα ερωτήματα, μάλλον. Ας ρίξω και κάποια ακόμη:
Είναι ηθική αυτή που κοιμάται με κάποιον επί σκοπώ, για να μείνει έγκυος και να τον αναγκάσει να την παντρευτεί;
Είναι ανήθικη αυτή που δοκιμάζει, συμπεριφερόμενη με αλήθεια προς κάθε άνθρωπο που σχετίζεται, προσπαθώντας μέσα από το βίωμα να διαπιστώσει τι της ταιριάζει;
Πόσες σχέσεις σήμερα διατηρούνται (και διαιωνίζονται στον αιώνα των αιώνων μεταξύ μη χαρούμενων συντρόφων), όχι από αληθινά αισθήματα, αλλά από δειλία για ρήξη; 
Πόσες γυναίκες υποστηρίζουν με αλήθεια τη σεξουαλικότητά τους, χωρίς να χάνουν ταυτόχρονα την αυταξία τους;
Αυτό που με ξεσηκώνει στις ιστορίες των παραπάνω προσώπων, δεν είναι το αίσιο τέλος τους, μα η ταύτισή μου με την πτώση τους. Αν κάτι ζηλεύω, είναι ο βαθμός επίγνωσης που έχουν για την εσωτερική αλήθεια τους. Κι αυτό που τελικά με συν-κινεί, είναι η βαθιά, άρρηκτη σύνδεση αυτής, της εσωτερικής αλήθειας, με την εξωτερική εικόνα τους. Δηλαδή, η αυθεντικότητά τους.


19/2/18

Το απόγευμα...

Το απόγευμα, όπως έσβηνε αργά το τελευταίο φως έξω απ ' τα τζάμια, έθρεψα για λίγο την ανάγκη μου για θαλπωρή με ένα ζεστό ρόφημα. Κι ο νους, που μετά βίας κρατιόταν, έφυγε ώρες μακριά, εκεί που η θάλασσα χορεύει παθιασμένο χορό με τα βράχια. Κι εύλογα νοστάλγησα τόσο αυτήν τη γλυκιά αγριότητα!

Κάποτε, πάνω σ' ένα πλοίο, που σήκωνε άγκυρα απ' την απόγνωση με προορισμό τη γνώση, αντάμωσα έναν άνθρωπο της θάλασσας. Μελαχρινό, με μαλλιά ακούρευτα, σγουρά, άτακτα, σαν πρόγονο του Καζαντζάκη. Αδρά, προσηνή χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, αραιά κατάλευκα δόντια, ανοιχτές πλάτες κι ένα μεγάλο τατουάζ στην αριστερή γάμπα. Πολύ ανδροπρεπές, παλικαρίσιο ανάστημα και μια τραχύτητα απόκοσμη κι ελκυστική συνάμα.

Φυσάει έξω. Αχ, θάλασσά μου. Παντοδύναμη, εσύ, με την ορμή που λειαίνεις κάθε κόγχη. Με τη γλύκα, εσύ, που αγκαλιάζεις κάθε ιδιαιτερότητα. Εσύ, που παίρνεις το σχήμα της ακτής, όπου κι όπως αυτή το θέλει, χωρίς να χάνεις το παραμικρό από σένα. Που δε στέκεσαι λεπτό, που δε χάνεις λεπτό. Που θυμώνεις, οργίζεσαι, ξεσπάς κι επιστρέφεις στη σιωπηλή νηνεμία σου με την ίδια πάντα μεγαλοπρέπεια. Που αφήνεσαι στο λαμπύρισμα κάτω απ' τον ήλιο και στη μαυρίλα σου της νύχτας, χωρίς φόβο, χωρίς πάθος, αφού και τα δυο είσαι συ. Ενώνεσαι με τους ανέμους και ξεπερνάς την απεραντοσύνη σου.

Πού' σαι, τώρα, εδώ; Έλα ν' αγριέψεις άλλη μια φορά, έλα να καθαρίσεις. Το λίγο, το πρέπει, το περίπου, το συμβιβασμένο "όχι", το συμβιβασμένο "ναι". Φούσκωσε, να συμπαρασύρεις τα πάντα στη δίνη, στα ρεύματά σου. Φέξε τους φάρους σου και προς τα δω, ευεργέτησέ μας απόψε. Και, πού ξέρεις, μπορεί να ζηλέψουμε λίγη από την αρχοντιά σου, την καλή δύναμή σου, να θυμηθούμε λησμονημένους χάρτες. Μπορεί να μείνει κάτι.