Το κείμενο, που συνοδεύει τη φωτογραφία αυτή, πρέπει να ξεκινήσει με μια διευκρίνιση : είμαι άκρως αντίθετη με τη δημόσια ανάρτηση στο διαδίκτυο φωτογραφιών από φαγητά, σουβλιστά αρνιά και τρικούβερτα τραπέζια. Είναι πολύ άσχημο να προκαλούμε, εν αγνοία μας, κάποιον και να του φέρουμε λιγούρα ή λύπη, την ίδια ώρα που πιθανόν να πεινάει ή να στερείται βασικών αγαθών.
Η παρούσα φωτογραφία, ωστόσο, έχει λόγο ύπαρξης, γιατί ποντάρω να εμπνεύσει -αν όχι τα γραπτά μου.
Μικρή, λοιπόν, έτρωγα τα ψάρια σα γάτα. Ανεχόρταγα και μέχρι τελευταίου κόκκαλου. Κι αυτό συνεχίστηκε μέχρι σήμερα, είναι στα αγαπημένα μου φαγητά. Γι' αυτό και πιστεύω πως οι άνθρωποι της πόλης χάνουν επεισόδια αληθινής ζωής. Ακόμη και στο θέμα του φαγητού έχει καθιερωθεί ο "αστικός" τρόπος, λες και δαύτος έρχεται πακέτο με τις κόρνες, τις ουρές, τα τζιπ, τα σπίτια-κουτάκια και το ασταμάτητο τρέξιμο. Το ψάρι αντικαταστάθηκε από το προκάτ καλαμαράκι-δαχτυλίδι και πάντως, είναι συνήθως προνόμιο των πλούσιων κι απολαμβάνεται σε κάποιο παραλιακό ταβερνάκι, όπου μάλιστα ο σερβιτόρος θα σκύψει υποτακτικά να το ξεκοκκαλίσει, γιατί ο κύριος κι η κυρία δεν πρέπει να λερώσουν δάχτυλα. Ο μέσος Αθηναίος δεν έχει χρόνο για "ιδιαίτερα" μαγειρέματα : ντελίβερι, μακαρονάδες και σαλάτες πέφτουν κάθε βράδυ στ' άδειο στομάχι του, εκ περιτροπής. Γιατί όταν γυρνά σα ναυαγός, πού όρεξη για μαγειροτσουκαλίσματα; Πολυτέλειες.
Αναρωτιέμαι πώς να εξηγήσω την αξία; , τη διαφορά; , τον άλλο κόσμο εν πάσει περιπτώσει της επαρχιώτικης κουζίνας. Λίγες φρέσκιες, κρουστές κορφές βλήτων είν΄αρκετές για να μοσχοβολήσει γη η κουζίνα μου. Σ΄ένα τέταρτο λιώνουν, γίνονται "μυαλό". Τα βγάζω απ' την κατσαρόλα, καταπράσινα αυτά χωρίς κάποιο τερτίπι χημείας (ρίξε σόδα, λένε, για να κρατήσουν τα βραστά λαχανικά το χρώμα τους) κι όπως αχνίζουν, πρώτα λεμόνι και μετά ελαιόλαδο μπόλικο. Και σε λίγο ξανά λάδι, γιατί το ρουφάνε αμέσως και χόρτα στεγνά δεν επιτρέπονται! Η επιτυχία κρίνεται στο "κολύμπι" τους. Τα δε μελανούρια ψήνονται ταυτόχρονα στο μπαλκόνι και τα ξαναγυρνώ να ξεροψηθούν, όμως δεν τα πολυανοίγω, γιατί αν χαθεί η θερμοκρασία, θ' αργήσει το ψήσιμο και θα στεγνώσουν από τα ζουμιά τους. Κι όταν ετοιμαστούν, τα περιμένει μια πιατέλα με λαδολέμονο καλά χτυπημένο μέχρι να γίνει παχύρευστο και ρίγανη ξερή, φιλεμένη απ' τον Ταύγετο. Τα αγαπημένα μου σημεία στο ψάρι ήταν ανέκαθεν η ουρά, τα μάγουλα και το αυγό. Πανηγύρι κάνω όταν το ψάρι μου είναι αυγωμένο! Νιώθω ό,τι σαν παιδί, όταν ανοίγαμε το Kinder. Υπόψιν και κάτι ακόμη : τα αυγωμένα ψάρια είναι κατ' αμάχητο τεκμήριο πιο γευστικά (η μάνα, που κυοφορεί, έχει στο σώμα της πιο πολλές ουσίες). Ε, και μ' ένα λαδοπαξίμαδο ή μια φέτα (αληθινά) ζυμωτό ψωμί γίνομαι αρχόντισσα.
Καταλαβαίνετε τώρα, αγαπημένοι μου, γιατί βροντοφωνάζω πως ΧΑΝΕΤΕ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΖΩΗΣ;;;
Η φύση προσφέρει, ακόμη και στην κακομεταχείρισή της, απλόχερα πολλά αγαθά και μεις τα υποτιμάμε μέχρι να βρεθεί κάποιος να μας τα ονομάσει "υπερτροφή" και τότε, να μας τα μοσχοπουλήσει. Θεωρώ ύψιστη βλακεία το ότι αντιμετωπίζουμε την τροφή σαν μέσο επιβίωσης. Όχι! Είναι πρωτίστως απόλαυση, χαρά και τρόπος φροντίδας! Η τροφή είναι συνεργασία και γιορτή των αισθήσεων, είναι μυρωδιές και χρώματα! Μοσχοκάρυδο στην αχνιστή μπεσαμέλ, κανέλλα στην πέτσα του ρυζόγαλου, άνιθος στις λαλαγκίδες (τηγανητό κουρκούτι με ψιλοκομμένα χόρτα), δυόσμος στα κεφτεδάκια, ρισμαρί (δεντρολίβανο) στο σαβόρι, όλες οι γήινες αποχρώσεις στην οσπριάδα, το μαγικό κρεμμύδι που καίει σπιρτόζικα μα όλα τα γλυκαίνει...! Η τροφή είναι απόλαυση, είναι να γλύφεις την κόλλα της ψαρόσουπας όταν αυτή κρυώνει, να συνδυάζεις τηγανιτά περκόχανα με ουζάκι, να τσιμπάς απ' το ταψί τη ροδοψημένη στην κόγχη της πατάτα πριν γίνει το λεμονάτο και να σου χτυπούν το χέρι για μάλωμα, να φέρνεις σπίτι τη φραντζόλα του ψωμιού πάντα δαγκωμένη στην πάνω πλευρά, να συλλέγεις στην άκρη του πιάτου κουκούτσια κάνοντας διαγωνισμό για το ποιος έφαγε τις περισσότερες ελιές, να εξατμίζεται το ανθόνερο πάνω στους καυτούς κουραμπιέδες, να μην αντέχεις να κρυώσει ο σιμιγδαλένιος χαλβάς και να τρως απ' την κατσαρόλα (καίγοντας μονίμως τη γλώσσα), ν' αναποδογυρίζεις το πιάτο και να ρουφάς ηχηρά το τελευταίο ζουμί του καρπουζιού! Δεν είναι ευλογία, προνόμιο μεγάλο του ανθρώπου το να μπορεί να παίρνει τόση χαρά από πράγματα μηδαμινής αξίας; Και δεν είναι κρίμα να τα υποτιμά;
Έχω δει την τροφή να γίνεται και μέσο φροντίδας, να θρέφει έμμεσα, ψυχικά. Η σούπα καταπραύνει, η κρέμα θυμίζει φροντίδα παιδικών χρόνων... Δεν είδα άνθρωπο να μη νοσταλγεί και να μη θεωρεί ως νοστιμότερη όλων, την κατσαρόλα της μάνας του. "Μου τό' βγαλες ξινό", "μου πήγε το φαί στην πλάτη" λέμε όταν συγχυζόμαστε. Ομολογώ πως ακόμη ενοχλούμαι όταν οι δικοί μου με ρωτούν τι έφαγα-τι τρώγω-τι θα φάω. Μου πήρε, άλλωστε, χρόνια για να μεταφράσω τις ερωτήσεις αυτές στο "πώς πέρασες-πώς είσαι". Μόλις όμως το θυμηθώ, δεν αντιδρώ.
Κι είναι και κάτι ακόμη, όχι τυχαίο. Δενόμαστε με όσους τρώμε μαζί, το τραπέζι είναι τόπος και χρόνος συνάντησης. Με τους φίλους επιλέγουμε να βγούμε για φαγητό. Ο ένας προσφέρει στον άλλο, μοιράζονται απ' την ίδια πιατέλα τις ίδιες γεύσεις. Κι η συζήτηση θα δώσει χρόνο, ώστε οι γεύσεις να εμπεδωθούν, η τροφή να μασηθεί καλά, να μπερδευτεί αργά με κρασί, θα τσουγκρίσουν ποτήρια και ο ήχος τους θα επικυρώσει την ιεροτελεστία.
Να τρώτε, αγαπημένοι. Να τρώτε καλά, συχνά, φροντισμένα και να το χαίρεστε. Να θρέφετε τους εαυτούς σας και τους γύρω σας, γιατί... οι χορτασμένοι είναι πλήρεις άνθρωποι.
Να τρώτε, αγαπημένοι. Να τρώτε καλά, συχνά, φροντισμένα και να το χαίρεστε. Να θρέφετε τους εαυτούς σας και τους γύρω σας, γιατί... οι χορτασμένοι είναι πλήρεις άνθρωποι.
ΥΓ : Το παρόν αφιερώνεται σε σένα, Λ., με την ευχή....ξέρεις ποια.
