- Βάζω στο youtube τραγούδια με υψίφωνους και πάω να πλύνω δόντια. Ακούω μια διάσημη σοπράνο. Σταματώ τη βούρτσα και κάθομαι σκυφτή στο νιπτήρα να καταλάβω τη φωνή της. "Α, όντως είναι ιδιαίτερη". Κι αφού έδωσα την έγκρισή μου, συνεχίζω.
- Οδηγώ στη συνοικία μου, 30 μέτρα απ' το φανάρι σταματώ, κόκκινο. Ένας επαίτης, γύρω στα 60 με κοιτά, κάνει νεύμα χαμογελαστός και χαιρετά καλοσυνάτα. Του ανταποδίδω. (Με θυμάται; λες...; Μπα, είδε απλώς κοπέλα. Ή ποιος ξέρει...). Το φανάρι ανάβει, τον προσπερνώ αργά και ξαναχαιρετιόμαστε χαρούμενοι, χωρίς λόγο.
- Κατέληξα. Το σημαντικότερο βύσμα στις μέρες μου είναι η κυρία στα φρούτα του Σκλαβενίτη. Μετά από μια απολαυστική πεπονοθεραπεία μηνών, της συστήθηκα και δια χειραψίας. Και -είναι αλήθεια- την αγάπη στην ουσία, τη μετρώ στην απουσία : στην καλοκαιρινή της άδεια έπεσε μέσα μου ό,τι πιο σκάρτο υπήρχε σε γιαρμά και νεκταρίνι. Τώρα ψάχνει να μου προξενέψει σπίτι.
- Κοντοστέκομαι στην εκκλησία. Οι ύμνοι πάνε κι έρχονται, θυμίαμα, ατμόσφαιρα. Μπροστά μου μια κοντή ασπρομάλλα κυριούλα. Έχει βγάλει smartophone και σέρνει το δάχτυλο πάνω-κάτω στην οθόνη ψάχνοντας, έχει προφανώς "κατεβάσει" το κείμενο της ακολουθίας. Κι ένας κύριος παραδίπλα την κοιτάζει καλά-καλά. Εντάξει, όλα τα λεφτά.
- Αυτό το μοναδικό αίσθημα, που με καταλαμβάνει κάθε φορά που βλέπω έξαφνα ένα ιδιαίτερο ρούχο σε βιτρίνα...Ένα ρούχο, που νιώθω πως είναι ήδη δικό μου. Αυτό στέκεται πίσω απ' το τζάμι και φωνάζει ολόκληρο "Νίκη!". Αχ αλανιάρικο μάτι, άτιμη καρδιά, γύφτισσα ψυχή, δεν έχω ελπίδα! Δημιουργείται απευθείας μια σύνδεση, γίνεται κάτι κεραυνοβόλο κι έρχεται σε ανύποπτη ώρα, που δεν έχω σκοπό ν' αγοράσω κάτι. Είναι όμως καταλυτικό, γιατί την ίδια στιγμή που το νιώθω, ταυτόχρονα ξέρω πως ό,τι φίλτρα και να βάλω στη σκέψη μου ("το χρειάζομαι;","αφού υποσχέθηκα να κάνω οικονομία", "καλά, μην ενθουσιάζομαι, μπορεί να μην εφαρμόζει ωραία"), καταρρίπτονται σα domino. Όσες φορές το έχω νιώσει, η αγορά έχει ολοκληρωθεί με το ταχύτατο στυλ μπαίνω-χτυπάω-φεύγω. Και ούτε μία φορά δεν το μετάνιωσα. Ίσως τελικά πρέπει να βάλω στόχο να μην αγοράζω κάτι, αν δε νιώσω έτσι.
- Δίπλα στο ΑΤΜ ένας νεαρός κάθεται χάμω και παίζει πολύ διακριτικά στην κιθάρα του το "πριν το χάραμα μονάχος εξεκίνησα...". Η μελωδία ακούγεται τόσο ευγενικά, που ίσα που διακρίνεται. Κάνω τη συναλλαγή μου σχεδόν αφηρημένη και περισσότερο σκέφτομαι πόσο μου αρέσει το ότι δεν επιβάλλεται, ούτε εκβιάζει την προσοχή. Ταιριάζει με την ησυχία του πρωινού. Τότε, πίσω μου ξεχωρίζω μια ώριμη γυναικεία φωνή να μουρμουρίζει μελωδικά "...και στο πρώτο μας το στέκι...". Μάλλον συμφωνεί κι αυτή.
- Δίπλα στο ΑΤΜ ένας νεαρός κάθεται χάμω και παίζει πολύ διακριτικά στην κιθάρα του το "πριν το χάραμα μονάχος εξεκίνησα...". Η μελωδία ακούγεται τόσο ευγενικά, που ίσα που διακρίνεται. Κάνω τη συναλλαγή μου σχεδόν αφηρημένη και περισσότερο σκέφτομαι πόσο μου αρέσει το ότι δεν επιβάλλεται, ούτε εκβιάζει την προσοχή. Ταιριάζει με την ησυχία του πρωινού. Τότε, πίσω μου ξεχωρίζω μια ώριμη γυναικεία φωνή να μουρμουρίζει μελωδικά "...και στο πρώτο μας το στέκι...". Μάλλον συμφωνεί κι αυτή.
- Μπαίνω στην είσοδο της πολυκατοικίας και το μάτι πέφτει στη γνώριμη εικόνα των φακέλων-λογαριαμών : οι μπλε της ΔΕΗ, οι λευκοί με γαλάζιο κυκλάκι στο πλάι του νερού κλπ. Κάτι περιμένω όμως. Ήρθε; Όχι τη μία μέρα. Ούτε την επόμενη. Τη μεθεπόμενη κάποιος διαφορετικός φάκελος ξεχωρίζει. Για κάποιο λόγο, δεν τον αρπάζω λαίμαργα, αλλά αργά, ήρεμα, λες και θέλω να παρατείνω την όμορφη εικόνα του να λαμβάνεις κάτι από μακριά. Παρόλο που ξέρω τι έχει μέσα. Παρό,τι το περίμενα. Δε φέρνει έκπληξη ο διαφορετικός φάκελος. Παραμένει όμως ωραίος πάνω στη στοίβα των λογαριασμών.
Να ταχυδρομείτε πραγματάκια. Δίνουν χαρά. Να δίνετε χρόνο στις αισθήσεις, να τις ταίζετε. Και να ρίχνετε κάνα χαμόγελο στο δρόμο, έτσι, λίγο τρελά. Και να φέρεστε πότε-πότε χαζά, κάνει καλό. Τα φιλιά μου.