26/8/19

Έτος καβάτζας

Στις φετινές διακοπές μία λέξη ηχούσε στ' αυτιά μου τόσο συχνά, που δε γινόταν παρά να την παρατηρήσω : η "καβάτζα" (όχι "καβάντζα", αλλά χωρίς "ν", "καβάτζα". Σύντομα, στρογγυλεμένα και βολικά, όπως η έννοιά της).

Μέχρι τότε ήξερα σαν καβάτζα εκείνο το στενό, μα πάντα ήσυχο δρομάκι, πολύ κοντά στο πολυσύχναστο Μοναστηράκι. Ένα ωραίο κόλπο, για να απολαμβάνω την έξοδό μου με το αμαξάκι μου, χωρίς έννοιες για κλοπή, Τροχαία ή μάταιες περιπλανήσεις μέχρι να βρεθεί η πολυπόθητη ελεύθερη θέση στάθμευσης.
Ήξερα και το πενηντόευρο στη μικρή τσεπούλα ή θήκη, να περιμένει σαν εφεδρικό, σε περίπτωση κακοτοπιάς.
Φέτος, όμως, όλες οι νεαροπαρέες στο νησί είχαν ως ζητούμενο τον απόμερο κολπίσκο, τον πιο πριβέ, δηλαδή "την καβάτζα, τη σωστή".
"Ωραία καβάτζα αυτή, αδελφέ", σχολίαζαν και στη φυσική σκιά ενός βράχου.
Κάτι χρειάστηκα μια μέρα κι όπως στεκόμουν κάπως σκεπτική ο γνωστός, μου απάντησε : "μην ανησυχείς, θα σου φέρω απ' το σπίτι μου, να δεις που εσύ θα καβατζωθείς καλύτερα απ' όλους!".

Κι έτσι, άμεσα και βιωματικά, είδα πώς το τρέχον λεξιλόγιο καθρεπτίζει και μαρτυρά το ήθος της εποχής...