Το καλοκαίρι σιγά-σιγά φεύγει και μαζί μ' αυτό οι ξενιτεμένοι μας. Αυτοί, που όσο λείπουν εσύ συσσωρεύεις μια ολόκληρη λίστα από θέματα συζητήσεων στην κάβα του μυαλού, αλλά που μετά το αντάμωμα συνειδητοποιείς πως ο χρόνος δεν έφτασε ούτε για τα μισά. Μέσα στους ταξιδευτές αυτούς υπάρχει και μια ειδική κατηγορία, οι "αρπαγμένες" : οι ωραίες Ελένες, που αγάπησαν κάποιον από το εξωτερικό και τον ακολούθησαν ευθύς αμέσως, άνευ όρων.
Νομίζω κάθε ελληνική οικογένεια έχει μια ωραία Ελένη. Η δική μου, σίγουρα. Πάνε δεκαετίες από την αρπαγή, όμως η αίσθηση κι αν ξεθώριασε, ακόμη υπάρχει. Μεγάλωσα με περιγραφές για τη θεία την "αμερικάνα", που η καρδούλα της μόνο ξέρει κατά πόσο θέλησε ή ονειρεύτηκε ποτέ να γίνει αμερικάνα. Τα κατάφερε μια χαρά, όμως, εγκλιματίστηκε, υποστήριξε άψογα το νέο σενάριο ζωής και τώρα χαίρεται τα εγγονάκια της, τα αμερικανάκια. Έρχεται με χρυσούς κρίκους στ' αυτιά και διακύμανση στη φωνή, που προδίδουν εξωτερικό. Φέρνει ως δώρα όμορφα, κρουστά υφάσματα, δείχνει φωτογραφίες με ουρανοξύστες και προβολείς που φτάνουν στον ουρανό κι έχει πάντα όρεξη να μας περιγράψει κάποιον αυτοματισμό, που εδώ στην ελλαδίτσα δε διανοηθήκαμε ποτέ.
Ωστόσο, τη θεία την αμερικάνα πάντα συνοδεύει μια αδιόρατη φήμη, αυτή της "γελασμένης". Στα νιάτα της της έταξαν γρήγορη και θριαμβευτική επιστροφή με μόνο αντίτιμο λίγα χρόνια σκληρής δουλειάς στην ξενιτιά. Που δεν. Κλασικό. Κι έκτοτε, τα μετώπισθεν δε συγχωρούν την αδικία. Επίσης κλασικό. Γι' αυτό και ομόφωνα ο θείος είναι καλός, χρυσός, πλην όμως κλέφτης. Δεν πα να γέρασε, δεν πα να απέδειξε σε βάθος χρόνου την αγάπη του, πάντα θα είναι στη γωνία. Και πάντα θα αμύνεται φυσικά, σπεύδοντας (έμμεσα και μέσω Λαμίας) να αποδείξει πόσα κατάφεραν και δημιούργησαν εκεί στα ξένα. Πάντα το εκεί και πάντα το εδώ. Ένας ανταγωνισμός αγάπης. Εμπρός, λοιπόν, να μετρήσουμε στα ίσα. Ποιος τη νοιάζεται περισσότερο;
- Εσύ , που άλλα έταζες και μετά τα "γύρισες"; Ή εγώ που ήθελα το καλό της;
- Γιατί, τι νομίζεις, ότι εσύ την αγαπάς περισσότερο; Δεν την τράβηξα με το ζόρι, μόνη της επέλεξε. Και στο κάτω-κάτω, εγώ κοιμάμαι και ξυπνώ δίπλα της τόσα χρόνια. Οπότε, τι αγάπες μου τσαμπουνάς;
- Μας την πήρες.
- Το θέλησε.
- Μας την πήρες.
- Το θέλησε.
Και δώσ' του μάχη για τη γελασμένη χωρίς αυτήν, γι' αυτήν. Τώρα, πώς η αγάπη μπορεί να εκλύει μπαρούτι στην ατμόσφαιρα... Κρίνοντας αποστασιοποιημένα θα πω πως μάλλον εμπλέκεται μπόλικος εγωισμός. Και πως μάλλον, αν ειλικρινά κι αυθεντικά πονάμε τον άνθρωπό μας, θα πρέπει να θέλουμε όλοι να τον βλέπουμε χαρούμενο. Όχι στο πλαίσιο που ονειρευτήκαμε γι' αυτόν, αλλά στο διαφορετικό, που ο ίδιος αποφάσισε να υποστηρίξει για τους (ακατανόητους) λόγους του. Γιατί, τελικά, θέλοντας το καλό του του κάνουμε κακό. Τον αναγκάζουμε να τραβιέται από δύο αντίρροπα σχοινιά, να σπαταλά χρόνο και ενέργεια για να αμβλύνει τις γωνίες ή να επιλέγει κάθε λίγο στρατόπεδο. Μα, κι αν τον είχαμε κερδίσει εμείς, δε θά' μασταν άψογοι απέναντί του, και μεις θα τον στεναχωρούσαμε περιστασιακά. Οπότε, τι σπεύδουμε να διεκδικήσουμε;
Στο καλό, λοιπόν, ωραία μας Ελένη. Στο καλό γι' άλλη μια φορά. Σε λαχταράμε, αλλά μας αρκεί να μαθαίνουμε πως είσαι καλά. Και καλή μας, σύντομη αντάμωση!







