29/10/17

Στα σαλόνια

Ο σφυγμός της πόλης τα πρωινά πάλλεται στους δρόμους, σε γραφεία και σε σταθμούς. Όμως τα απογεύματα η ζωή συγκεντρώνεται κάπου αλλού. 
Είναι κάτι σαλόνια αναμονής, συνήθως πολύωρης, που μαζεύουν κάθε λογής άνθρωπο. Τα σαλόνια των ιατρείων κάθε απόγευμα στην πόλη έχουν την τιμητική τους. Μιχαλακοπούλου, Βασιλίσσης Σοφίας, τρέχουν πάνω-κάτω οι πελάτες τους, αναζητώντας το σωστό νούμερο στις εισόδους. 

Φθαρμένα ξύλινα πατώματα, που αγωνίζονται να δώσουν ακόμη και μετά από χρόνια τον καλύτερό τους εαυτό, καλοριφέρ καλυμμένα με παλιομοδίτικα πλέγματα μπαμπού, σποτάκια κι επιδαπέδια φωτιστικά σε ανοιχτό ανταγωνισμό, ταλαιπωρημένα περιοδικά παραδομένα σε μπράτσα καναπέδων και καλάθια. Κάποιες μικρές περλίτσες σε γυναικείους λωβούς κι οι στραπατσαρισμένες σόλες των παπουτσιών μαρτυρούν πως το μεροκάματο βγήκε και σήμερα. Με τρέξιμο, με πόνο, με αγωνία, αλλά βγήκε. "-Τιμολογήσατε; -Προώθησε τα μέιλ του Γιάννη τώρα! -Τι γίνεται με την εκκαθάριση;  -Πρέπει ν' απαντήσουμε επειγόντως. -Τι ώρα κλείνουν; -Πάρε τηλέφωνο. Δεν το σηκώνουν. -Θέλω τις λίστες των τελευταίων αποδόσεων. -Κάνε πίσω. -Χάθηκα. Θ' αργήσω". Κι έτσι, όπως-όπως, έρχεται η ώρα της αλήθειας, η ώρα που όλα μπαίνουν σε άλλη βάση, σε άλλες διαστάσεις.
Γιατί, ναι, στα σαλόνια της αναμονής, όσο κι αν φαίνεται χαζό, αναδεικνύονται δύο πραγματικότητες. Η μία έξω απ' τις τζαμαρίες. Η βουβή εικόνα μιας αέναης κίνησης στους δρόμους, εκεί που τρέχουν οι εξελίξεις, η επικαιρότητα, η ζωή όλη! Μα και μέσ΄απ' τα τζάμια διαδραματίζεται μια άλλη, εξίσου χειροπιαστή πραγματικότητα, που αποκτά τόσο βαριά υπόσταση, όσο πιο κυρτός ο κορμός του καθισμένου στο σαλόνι. Κι είναι ν΄αναρωτιέσαι - πού η ουσία; εκεί ή εδώ; έξω ή μέσα; Παντού; Πουθενά;

Μύλος οι σκέψεις μες στα σαλόνια. Και τα αισθήματα. Μην παρασύρεστε από την ευλαβική σιωπή που συνήθως τηρείται, βράζουν καζάνια από κάτω. Ευλογημένοι οι συνοδευόμενοι - η λευκή ρόμπα μας φέρνει πιο κοντά.

Κι όταν η αναμονή κι η αγωνία τερματίσουν καλά, δυσάρεστα ή ουδέτερα, το σώμα θα πάρει το δρόμο προς το σπίτι. Βράδυ, όταν η μέρα θα σ' έχει προσπεράσει, οι σκέψεις θα κινούνται απρόθυμα αργά, θά' χουν μείνει πίσω, σε κείνα τα εσπερινά σαλόνια, χωρίς να συντονίζονται με το ρυθμό της ζωής. Μέχρι που ένας βαθύς ύπνος και το επιτακτικό καθημερινό πρόγραμμα θα φέρουν λήθη τέτοια, που θα σ' εγκαθιδρύσουν ξεκάθαρα στην εκτός τζαμαριών πραγματικότητα, σα να μην είχες νιώσει ποτέ άλλη.

...Ως την επόμενη δική σου, ή δικού σου ανθρώπου, φορά.