27/12/17

το τέλος του Συρανό ντε Μπερζεράκ

(* απόσπασμα από το "Συρανό ντε Μπερζερακ" του Edmond Rostand, μετάφρ. Λουίζας Μητσάκου, εκδ. Νεφέλη 2010.

Ο Συρανό Ντε Μπερζεράκ, διάσημος ξιφομάχος, στρατιώτης και ποιητής του 17ου αιώνα, είναι επίσης γνωστός για τη μεγάλη του μύτη. Ερωτεύεται την πανέμορφη ξαδέλφη του, Ρωξάνη, αλλά όταν εκείνη του αποκαλύπτει τον έρωτά της για τον γοητευτικό νεαρό στρατιωτικό Κριστιάν, πιστεύει ότι δεν έχει καμιά ελπίδα. Ο Κριστιάν τρέφει επίσης συναισθήματα για τη Ρωξάνη, αλλά δεν μπορεί να τα εξωτερικεύσει. Ζητά τότε βοήθεια από το Συρανό, ο οποίος συμφωνεί να γράψει εκείνος ποιήματα αγάπης για τη Ρωξάνη με την υπογραφή του Κριστιάν κι έτσι, ο τελευταίος την εντυπωσιάζει. Ο Συρανό βοηθά την κοπέλα να παντρευτεί τον Κριστιάν και τον ακολουθεί στον πόλεμο για να τον προστατεύσει. Εκεί συνεχίζει να γράφει ποιήματα προς την Ρωξάνη για λογαριασμό του. Η Ρωξάνη επισκέπτεται τον Κριστιάν στον πόλεμο και του αποκαλύπτει ότι πλέον είναι ερωτευμένη μαζί του λόγω όλων όσων της γράφει κι ότι θα ήταν ερωτευμένη μαζί του ακόμη κι αν ήταν άσχημος. Ο Κριστιάν τότε διαπιστώνει ότι η κοπέλα είναι ερωτευμένη στην πραγματικότητα με τον Συρανό κι όχι με εκείνον. Τότε ζητά από τον Συρανό να πει την αλήθεια στη Ρωξάνη και να την βάλουν να επιλέξει. Στη συνέχεια ο Κριστιάν σκοτώνεται στον πόλεμο κι ο Συρανό αποφασίζει να μην ομολογήσει την αλήθεια, παρά το τέλος του, που έρχεται.)

ΣΥΡΑΝΟ
Απόψε λέω να πεταχτώ μια βόλτα στο φεγγάρι.
Θα πάω ολομόναχος. Δεν θα μου κάνει χάρη
εκείνο το μηχάνημα...

ΡΩΞΑΝΗ
Τι λέει; Παραμιλάει;

ΣΥΡΑΝΟ
Σήμερα στον παράδεισο ο Συρανό θα πάει,
και στο ταξίδι του αυτό, που θα' ν' το τελευταίο,
με τον Σωκράτη θα βρεθεί και με τον Γαλιλαίο.

ΛΕ ΜΠΡΕ
(Εξεγείρεται)
Όχι! Δεν είναι δίκαιο! Δεν γίνεται! Δεν κάνει!
Μια τόσο ευγενική καρδιά δεν πρέπει να πεθάνει!
Με τέτοιον τρόπο μάλιστα! Όχι! Δεν του ταιριάζει!

ΣΥΡΑΝΟ
Μην τον ακούτε τον Λε Μπρε! Έτσι πάντα γκρινιάζει!
............
Συγγνώμη, φεύγω! Βλέπετε, απόψε το φεγγάρι
κάποια αχτίδα έστειλε και θέλει να με πάρει.
...........
(Ένας δυνατός σπασμός τον συνταράζει και σηκώνεται απότομα. Θέλουν να τρέξουν να τον κρατήσουν. Εκείνος πηγαίνει και στηρίζει την πλάτη του στο δέντρο.)
Πάντα όρθιος! Το δέντρο με στηρίζει!
Εγώ στέκομαι μόνος μου. Κανείς να μη μ' αγγίζει!
Μη με κρατάτε! Έρχεται! Τα πόδια μου παγώνουν!
Τα χέρια μου βαραίνουνε, τα μάτια μου θαμπώνουν!
Στον δρόμο είναι! Όρθιος εδώ θα περιμένω!
Και το σπαθί μου πάντοτε στο χέρι μου κραδαίνω!
(Τραβάει το σπαθί του).
...................
Θαρρώ πως με κοιτάζει,
θαρρώ πως για τη μύτη μου τολμάει να με πειράζει!
(Σηκώνει το σπαθί του).
Τι είπες; Είναι σίγουρη πάντα η καταδίκη;
Δεν πολεμάω, φίλε μου, μονάχα για τη νίκη.
Μ' αρέσει ν' αγωνίζομαι κι ας ξέρω πως θα χάσω.
Όσο κι αν είναι ανώφελο, εγώ θα διασκεδάσω!
Ποιοι είναι πάλι όλοι αυτοί; Σηκώνω το σπαθί μου,
κι ελάτε όσοι θέλετε! Όλοι οι παλιοί εχθροί μου!
(Χτυπάει το κενό με το σπαθί του).
Το Ψέμα! Οι Συμβιβασμοί! Η Δεισιδαιμονία!
Όχι! Δεν συνθηκολογώ! Α, να κι η Ανανδρία!
Και η Βλακεία έρχεται! Να τηνε που κοπιάζει!
Το ξέρω! Θα νικήσετε στο τέλος! Δεν με νοιάζει!
Εγώ συνέχεια χτυπώ! Χτυπώ! Χτυπώ! Χτυπώ! 
Ναι! Όλα μου τα παίρνετε! Κι όμως αδιαφορώ!
Γιατί απόψε τον Θεό εγώ σαν ανταμώσω,
το ουράνιο κατώφλι του μπορώ να το σαρώσω
μ' αυτά που δεν μου πήρατε κι αλέκιαστα κρατάω,
άσπιλα και ατσάκιστα, και με αυτά πετάω.
(Το σπαθί πέφτει από τα χέρια του, παραπατάει, πέφτει στην αγκαλιά του Ραγκενώ).
Συντρόφια μου ήταν στη ζωή, παρέα στα όνειρά μου.
Ποτέ δεν θα τα πάρετε...

ΡΩΞΑΝΗ
(Σκύβει επάνω του και τον φιλάει στο μέτωπο)
Τι είναι; ...

ΣΥΡΑΝΟ
(Ανοίγει τα μάτια του, την αναγνωρίζει και λέει χαμογελώντας) 
Τα φτερά μου!








29/10/17

Στα σαλόνια

Ο σφυγμός της πόλης τα πρωινά πάλλεται στους δρόμους, σε γραφεία και σε σταθμούς. Όμως τα απογεύματα η ζωή συγκεντρώνεται κάπου αλλού. 
Είναι κάτι σαλόνια αναμονής, συνήθως πολύωρης, που μαζεύουν κάθε λογής άνθρωπο. Τα σαλόνια των ιατρείων κάθε απόγευμα στην πόλη έχουν την τιμητική τους. Μιχαλακοπούλου, Βασιλίσσης Σοφίας, τρέχουν πάνω-κάτω οι πελάτες τους, αναζητώντας το σωστό νούμερο στις εισόδους. 

Φθαρμένα ξύλινα πατώματα, που αγωνίζονται να δώσουν ακόμη και μετά από χρόνια τον καλύτερό τους εαυτό, καλοριφέρ καλυμμένα με παλιομοδίτικα πλέγματα μπαμπού, σποτάκια κι επιδαπέδια φωτιστικά σε ανοιχτό ανταγωνισμό, ταλαιπωρημένα περιοδικά παραδομένα σε μπράτσα καναπέδων και καλάθια. Κάποιες μικρές περλίτσες σε γυναικείους λωβούς κι οι στραπατσαρισμένες σόλες των παπουτσιών μαρτυρούν πως το μεροκάματο βγήκε και σήμερα. Με τρέξιμο, με πόνο, με αγωνία, αλλά βγήκε. "-Τιμολογήσατε; -Προώθησε τα μέιλ του Γιάννη τώρα! -Τι γίνεται με την εκκαθάριση;  -Πρέπει ν' απαντήσουμε επειγόντως. -Τι ώρα κλείνουν; -Πάρε τηλέφωνο. Δεν το σηκώνουν. -Θέλω τις λίστες των τελευταίων αποδόσεων. -Κάνε πίσω. -Χάθηκα. Θ' αργήσω". Κι έτσι, όπως-όπως, έρχεται η ώρα της αλήθειας, η ώρα που όλα μπαίνουν σε άλλη βάση, σε άλλες διαστάσεις.
Γιατί, ναι, στα σαλόνια της αναμονής, όσο κι αν φαίνεται χαζό, αναδεικνύονται δύο πραγματικότητες. Η μία έξω απ' τις τζαμαρίες. Η βουβή εικόνα μιας αέναης κίνησης στους δρόμους, εκεί που τρέχουν οι εξελίξεις, η επικαιρότητα, η ζωή όλη! Μα και μέσ΄απ' τα τζάμια διαδραματίζεται μια άλλη, εξίσου χειροπιαστή πραγματικότητα, που αποκτά τόσο βαριά υπόσταση, όσο πιο κυρτός ο κορμός του καθισμένου στο σαλόνι. Κι είναι ν΄αναρωτιέσαι - πού η ουσία; εκεί ή εδώ; έξω ή μέσα; Παντού; Πουθενά;

Μύλος οι σκέψεις μες στα σαλόνια. Και τα αισθήματα. Μην παρασύρεστε από την ευλαβική σιωπή που συνήθως τηρείται, βράζουν καζάνια από κάτω. Ευλογημένοι οι συνοδευόμενοι - η λευκή ρόμπα μας φέρνει πιο κοντά.

Κι όταν η αναμονή κι η αγωνία τερματίσουν καλά, δυσάρεστα ή ουδέτερα, το σώμα θα πάρει το δρόμο προς το σπίτι. Βράδυ, όταν η μέρα θα σ' έχει προσπεράσει, οι σκέψεις θα κινούνται απρόθυμα αργά, θά' χουν μείνει πίσω, σε κείνα τα εσπερινά σαλόνια, χωρίς να συντονίζονται με το ρυθμό της ζωής. Μέχρι που ένας βαθύς ύπνος και το επιτακτικό καθημερινό πρόγραμμα θα φέρουν λήθη τέτοια, που θα σ' εγκαθιδρύσουν ξεκάθαρα στην εκτός τζαμαριών πραγματικότητα, σα να μην είχες νιώσει ποτέ άλλη.

...Ως την επόμενη δική σου, ή δικού σου ανθρώπου, φορά.






30/9/17

Στιγμές

- Βάζω στο youtube τραγούδια με υψίφωνους και πάω να πλύνω δόντια. Ακούω μια διάσημη σοπράνο. Σταματώ τη βούρτσα και κάθομαι σκυφτή στο νιπτήρα να καταλάβω τη φωνή της. "Α, όντως είναι ιδιαίτερη". Κι αφού έδωσα την έγκρισή μου, συνεχίζω.
- Οδηγώ στη συνοικία μου, 30 μέτρα απ' το φανάρι σταματώ, κόκκινο. Ένας επαίτης, γύρω στα 60 με κοιτά, κάνει νεύμα χαμογελαστός και χαιρετά καλοσυνάτα. Του ανταποδίδω. (Με θυμάται; λες...; Μπα, είδε απλώς κοπέλα. Ή ποιος ξέρει...). Το φανάρι ανάβει, τον προσπερνώ αργά και ξαναχαιρετιόμαστε χαρούμενοι, χωρίς λόγο.
- Κατέληξα. Το σημαντικότερο βύσμα στις μέρες μου είναι η κυρία στα φρούτα του Σκλαβενίτη. Μετά από μια απολαυστική πεπονοθεραπεία μηνών, της συστήθηκα και δια χειραψίας. Και -είναι αλήθεια- την αγάπη στην ουσία, τη μετρώ στην απουσία : στην καλοκαιρινή της άδεια έπεσε μέσα μου ό,τι πιο σκάρτο υπήρχε σε γιαρμά και νεκταρίνι. Τώρα ψάχνει να μου προξενέψει σπίτι. 
- Κοντοστέκομαι στην εκκλησία. Οι ύμνοι πάνε κι έρχονται, θυμίαμα, ατμόσφαιρα. Μπροστά μου μια κοντή ασπρομάλλα κυριούλα. Έχει βγάλει smartophone και σέρνει το δάχτυλο πάνω-κάτω στην οθόνη ψάχνοντας, έχει προφανώς "κατεβάσει" το κείμενο της ακολουθίας. Κι ένας κύριος παραδίπλα την κοιτάζει καλά-καλά. Εντάξει, όλα τα λεφτά.
- Αυτό το μοναδικό αίσθημα, που με καταλαμβάνει κάθε φορά που βλέπω έξαφνα ένα ιδιαίτερο ρούχο σε βιτρίνα...Ένα ρούχο, που νιώθω πως είναι ήδη δικό μου. Αυτό στέκεται πίσω απ' το τζάμι και φωνάζει ολόκληρο "Νίκη!". Αχ αλανιάρικο μάτι, άτιμη καρδιά, γύφτισσα ψυχή, δεν έχω ελπίδα! Δημιουργείται απευθείας μια σύνδεση, γίνεται κάτι κεραυνοβόλο κι έρχεται σε ανύποπτη ώρα, που δεν έχω σκοπό ν' αγοράσω κάτι. Είναι όμως καταλυτικό, γιατί την ίδια στιγμή που το νιώθω, ταυτόχρονα ξέρω πως ό,τι φίλτρα και να βάλω στη σκέψη μου ("το χρειάζομαι;","αφού υποσχέθηκα να κάνω οικονομία", "καλά, μην ενθουσιάζομαι, μπορεί να μην εφαρμόζει ωραία"), καταρρίπτονται σα domino. Όσες φορές το έχω νιώσει, η αγορά έχει ολοκληρωθεί με το ταχύτατο στυλ μπαίνω-χτυπάω-φεύγω. Και ούτε μία φορά δεν το μετάνιωσα. Ίσως τελικά πρέπει να βάλω στόχο να μην αγοράζω κάτι, αν δε νιώσω έτσι.
- Δίπλα στο ΑΤΜ ένας νεαρός κάθεται χάμω και παίζει πολύ διακριτικά στην κιθάρα του το "πριν το χάραμα μονάχος εξεκίνησα...". Η μελωδία ακούγεται τόσο ευγενικά, που ίσα που διακρίνεται. Κάνω τη συναλλαγή μου σχεδόν αφηρημένη και περισσότερο σκέφτομαι πόσο μου αρέσει το ότι δεν επιβάλλεται, ούτε εκβιάζει την προσοχή. Ταιριάζει με την ησυχία του πρωινού. Τότε, πίσω μου ξεχωρίζω μια ώριμη γυναικεία φωνή να μουρμουρίζει μελωδικά "...και στο πρώτο μας το στέκι...". Μάλλον συμφωνεί κι αυτή.
- Μπαίνω στην είσοδο της πολυκατοικίας και το μάτι πέφτει στη γνώριμη εικόνα των φακέλων-λογαριαμών : οι μπλε της ΔΕΗ, οι λευκοί με γαλάζιο κυκλάκι στο πλάι του νερού κλπ. Κάτι περιμένω όμως. Ήρθε; Όχι τη μία μέρα. Ούτε την επόμενη. Τη μεθεπόμενη κάποιος διαφορετικός φάκελος ξεχωρίζει. Για κάποιο λόγο, δεν τον αρπάζω λαίμαργα, αλλά αργά, ήρεμα, λες και θέλω να παρατείνω την όμορφη εικόνα του να λαμβάνεις κάτι από μακριά. Παρόλο που ξέρω τι έχει μέσα. Παρό,τι το περίμενα. Δε φέρνει έκπληξη ο διαφορετικός φάκελος. Παραμένει όμως ωραίος πάνω στη στοίβα των λογαριασμών. 

Να ταχυδρομείτε πραγματάκια. Δίνουν χαρά. Να δίνετε χρόνο στις αισθήσεις, να τις ταίζετε. Και να ρίχνετε κάνα χαμόγελο στο δρόμο, έτσι, λίγο τρελά. Και να φέρεστε πότε-πότε χαζά, κάνει καλό. Τα φιλιά μου.



31/8/17

για την Ελένη

Το καλοκαίρι σιγά-σιγά φεύγει και μαζί μ' αυτό οι ξενιτεμένοι μας. Αυτοί, που όσο λείπουν εσύ συσσωρεύεις μια ολόκληρη λίστα από θέματα συζητήσεων στην κάβα του μυαλού, αλλά που μετά το αντάμωμα συνειδητοποιείς πως ο χρόνος δεν έφτασε ούτε για τα μισά. Μέσα στους ταξιδευτές αυτούς υπάρχει και μια ειδική κατηγορία, οι "αρπαγμένες" : οι ωραίες Ελένες, που αγάπησαν κάποιον από το εξωτερικό και τον ακολούθησαν ευθύς αμέσως, άνευ όρων.

Νομίζω κάθε ελληνική οικογένεια έχει μια ωραία Ελένη. Η δική μου, σίγουρα. Πάνε δεκαετίες από την αρπαγή, όμως η αίσθηση κι αν ξεθώριασε, ακόμη υπάρχει. Μεγάλωσα με περιγραφές για τη θεία την "αμερικάνα", που η καρδούλα της μόνο ξέρει κατά πόσο θέλησε ή ονειρεύτηκε ποτέ να γίνει αμερικάνα. Τα κατάφερε μια χαρά, όμως, εγκλιματίστηκε, υποστήριξε άψογα το νέο σενάριο ζωής και τώρα χαίρεται τα εγγονάκια της, τα αμερικανάκια. Έρχεται με χρυσούς κρίκους στ' αυτιά και διακύμανση στη φωνή, που προδίδουν εξωτερικό. Φέρνει ως δώρα όμορφα, κρουστά υφάσματα, δείχνει φωτογραφίες με ουρανοξύστες και προβολείς που φτάνουν στον ουρανό κι έχει πάντα όρεξη να μας περιγράψει κάποιον αυτοματισμό, που εδώ στην ελλαδίτσα δε διανοηθήκαμε ποτέ.

Ωστόσο, τη θεία την αμερικάνα πάντα συνοδεύει μια αδιόρατη φήμη, αυτή της "γελασμένης". Στα νιάτα της της έταξαν γρήγορη και θριαμβευτική επιστροφή με μόνο αντίτιμο λίγα χρόνια σκληρής δουλειάς στην ξενιτιά. Που δεν. Κλασικό. Κι έκτοτε, τα μετώπισθεν δε συγχωρούν την αδικία. Επίσης κλασικό. Γι' αυτό και ομόφωνα ο θείος είναι καλός, χρυσός, πλην όμως κλέφτης. Δεν πα να γέρασε, δεν πα να απέδειξε σε βάθος χρόνου την αγάπη του, πάντα θα είναι στη γωνία. Και πάντα θα αμύνεται φυσικά, σπεύδοντας (έμμεσα και μέσω Λαμίας) να αποδείξει πόσα κατάφεραν και δημιούργησαν εκεί στα ξένα. Πάντα το εκεί και πάντα το εδώ. Ένας ανταγωνισμός αγάπης. Εμπρός, λοιπόν, να μετρήσουμε στα ίσα. Ποιος τη νοιάζεται περισσότερο; 
- Εσύ , που άλλα έταζες και μετά τα "γύρισες"; Ή εγώ που ήθελα το καλό της; 
- Γιατί, τι νομίζεις, ότι εσύ την αγαπάς περισσότερο; Δεν την τράβηξα με το ζόρι, μόνη της επέλεξε. Και στο κάτω-κάτω, εγώ κοιμάμαι και ξυπνώ δίπλα της τόσα χρόνια. Οπότε, τι αγάπες μου τσαμπουνάς;
- Μας την πήρες.
- Το θέλησε.

Και δώσ' του μάχη για τη γελασμένη χωρίς αυτήν, γι' αυτήν. Τώρα, πώς η αγάπη μπορεί να εκλύει μπαρούτι στην ατμόσφαιρα... Κρίνοντας αποστασιοποιημένα θα πω πως μάλλον εμπλέκεται μπόλικος εγωισμός. Και πως μάλλον, αν ειλικρινά κι αυθεντικά πονάμε τον άνθρωπό μας, θα πρέπει να θέλουμε όλοι να τον βλέπουμε χαρούμενο. Όχι στο πλαίσιο που ονειρευτήκαμε γι' αυτόν, αλλά στο διαφορετικό, που ο ίδιος αποφάσισε να υποστηρίξει για τους (ακατανόητους) λόγους του. Γιατί, τελικά, θέλοντας το καλό του του κάνουμε κακό. Τον αναγκάζουμε να τραβιέται από δύο αντίρροπα σχοινιά, να σπαταλά χρόνο και ενέργεια για να αμβλύνει τις γωνίες ή να επιλέγει κάθε λίγο στρατόπεδο. Μα, κι αν τον είχαμε κερδίσει εμείς, δε θά' μασταν άψογοι απέναντί του, και μεις θα τον στεναχωρούσαμε περιστασιακά. Οπότε, τι σπεύδουμε να διεκδικήσουμε;

Στο καλό, λοιπόν, ωραία μας Ελένη. Στο καλό γι' άλλη μια φορά. Σε λαχταράμε, αλλά μας αρκεί να μαθαίνουμε πως είσαι καλά. Και καλή μας, σύντομη αντάμωση!


 

28/8/17

ομιλία Κωνταντίνου Λούλη

Μετά από ασταμάτητη υπερπροβολή, υπερέκθεση των μπάνιων μας, των διακοπών, των ποτών, των γάμων, των ρούχων και των γλεντιών (μπούκωσα) βρήκα κάτι, που να θέλω να μοιραστώ διαδικτυακά.

Αναδημοσιεύω μια ιστορία - έμπνευση. Αυτή της οικογένειας Λούλη, της ψυχής των ελληνικών αλευρόμυλων. Η ιστορία προκύπτει από την ομιλία του Κωνσταντίνου Λούλη σε τελετή της βιομηχανίας τον Ιούνιο του 2010 στην Ερέτρια, όπου πραγματοποιήθηκε η ετήσια εκδρομή της εταιρείας. Ο Κωνταντίνος Λούλης, πατέρας (6η γενιά), μετά από 35 χρόνια πορείας παρέδωσε τη σκυτάλη στο Νίκο, γιο του (7η γενιά), ενώπιον όλου του προσωπικού της εταιρείας.














29/5/17

Θα πάρεις θέση στη ζωή σου;

Για κάθε άνθρωπο έρχεται η ώρα, που η ζωή τον καλεί να πάρει θέση στα πράγματα. Και ανάλογα με τη θέση αυτή εξελίσσονται τα γεγονότα. "Καθένας άξιος της μοίρας του" λένε στο χωριό μου. Γι' αυτό και γω δεν πίστεψα ποτέ σε ανθρώπους - έρμαια καταστάσεων, ούτε σε ποτάμια δίχως επιστροφή. Πιστεύω στην προσωπική βούληση κι ευθύνη. Πιστεύω στο προσωπικό στίγμα και στη δυνατότητα καθενός να επιλέξει δρόμο.

Ακούω ήδη τον αντίλογο : "Είμαστε όλοι κομιστές γονιδιακών τάσεων και χαρακτηριστικών, όπως και βιωμάτων, που λειτουργούν σαν φίλτρα στη σκέψη μας¨". Συνεπώς το πώς, πότε και γιατί πράττουμε ό,τι πράττουμε σε μια δεδομένη στιγμή δεν είναι αποκλειστικά δικό μας προιον.
Επ' αυτού δε θέλω, ούτε μπορώ να μιλήσω ως ειδήμων. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν θέλουμε να ενηλικιωθούμε έγκαιρα, οφείλουμε να προσπαθούμε τα μέγιστα για την προσέγγιση της αυτογνωσίας. Εννοείται, επίσης, πως πολλές φορές υφιστάμεθα καταστάσεις ανεξάρτητες από τη θέλησή μας. Ακόμη κι εκεί, όμως, πιστεύω πως αργά ή γρήγορα η ζωή δίνει ένα περιθώριο, έστω κι ελάχιστο, πρωτοβουλίας.

Καταπιάνομαι με αυτό το ζήτημα, γιατί υπάρχει κάτι που μ' ενοχλεί έντονα στις ανθρώπινες συμπεριφορές. Κι αυτό δεν είναι το λάθος (πώς θα ευσταθούσε αυτό, άλλωστε!), αλλά η αδιαφορία γι' αυτό. Δεν είναι η έλλειψη αυτοελέγχου, αλλά η μη ανάληψη ευθύνης για την έλλειψη. Αν δε μ' αρέσει μια κατάσταση, οφείλω πρωτίστως στον εαυτό μου να παλεύω να την αλλάξω μέχρι να πεθάνω. Αν δε μπορώ, οφείλω -ομοίως, πρωτίστως στον εαυτό μου- να πάψω τα κλαψουρίσματα. Ο,τιδήποτε ενδιάμεσο πλησιάζει σε εξοικείωση, συνήθεια, δυσπραγία, αποφυγή και βόλεμα. Είναι αυτές οι ημι-καταστάσεις, οι λίγο-πατώ-δώ-και-λίγο-κεί, που φοβόμαστε να τις παραδεχτούμε και σφυρίζουμε μια ζωή αδιάφορα! ...Και παίρνουμε σβάρνα, εν τω μεταξύ, όποιον βρεθεί στο δρόμο μας.

Βόλεμα, το μέγα! Αξίωμα. Ε, βέβαια, ποιος θέλει τα δύσκολα; Η πράξη απαιτεί συνέπεια, πειθαρχία, ρουφά όλη την ενέργεια του προσώπου. Δοκιμάζει αντοχές σε βάθος χρόνου. Είναι μια προσωπική αναμέτρηση, πιο βαριά από κάθε τυχόν άλλη με τρίτα πρόσωπα, αφού ο ισχυρότερος αντίπαλος είναι ο εαυτός μας. Το να πάρω σαφή θέση μέσα σε θολό τοπίο αναδεικνύει διλήμματα, ζητά συγκρούσεις και ανατροπές. Είναι αποτέλεσμα αθέατης προσπάθειας στην εποχή που γεγονός χωρίς κοινοποίηση δε βιώνεται ως γεγονός. Και γι' αυτό συνήθως δεν έχει ούτε ενθαρρυντές, ούτε κλακαδόρους. Ας αφήσουμε, λοιπόν, το ηφαίστειο να κοιμάται...


Che fece .... il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του

Κ.Π.Καβάφης

6/1/17

Να ξεκαθαρίσουμε...

Καιρός να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα.
Το δικαιικό σύστημα είναι μια μεγάλη φούσκα. Το είπα απότομα; Ξαναλέω : όλος αυτός ο συρφετός από νόμους, εφαρμοστές νόμων και δικαστήρια είναι μια μεγάλη πλάνη. Μια μαγική εικόνα και τίποτ' άλλο.
Έστιν Δίκης οφθαλμός, ος τα μισά ορά, ή όσα θέλει. Θα εξαντλήσει όποιον επιλέξει για διάφορους λόγους και ταυτόχρονα, θα εθελοτυφλήσει για κάποιον άλλο. Και μπορεί να χρησιμοποιώ μέλλοντα χρόνο, όμως το έχω δει, το έχω ζήσει, μπορώ να το καταθέσω κι ενόρκως!

Κάπου κει μέσα κυκλοφορούν κάποιοι καλοντυμένοι, που χρησιμοποιούν προδιατυπωμένες ωραίες φράσεις για να αναδείξουν μια αλήθεια κατά παραγγελία. Οι δικηγόροι. Γρανάζια του συστήματος, τραγικά πρόσωπα. Θυσίασαν πολλά για να καταφέρουν να πάρουν θέση στη μηχανή. Θυσιάζουν εξίσου πολλά για να αντεπεξέρχονται επαρκώς στις προσδοκίες της, χωρίς να τολμήσουν να το παραδεχτούν ακόμη και στους εαυτούς τους (η Βιτάλη έχει κάτι καλό να πει για την περίπτωση). Ηθοποιοί κανονικοί, κλόουν. Ωραιοποιούμε και δραματοποιούμε (ναι, -με). Πορευόμαστε σαν το σαλιγκάρι : γλείφοντας, έρποντας και με τα κέρατά μας, για να προχωρούν οι δουλειές πριν μετατραπούν σε αγωνίες. Μία στο τόσο, δε, θα υψώσουμε την κορώνα του "συλλειτουργού δικαιοσύνης" τόσο για παίδευση του ακροατηρίου, όσο και για αυθυποβολή. Βαυκαλιζόμαστε. Συνένοχοι αδικίας, αυτό είμαστε. Και δεν πρόκειται για σχήμα λόγου, αφού πολλές φορές γνωρίζουμε και καλύπτουμε, ή δυναμιτίζουμε καταστάσεις για ίδιον όφελος. Να διευκρινισθεί εδώ κάτι : συνταγματικά ο ρόλος του δικηγόρου είναι να μοχθήσει προκειμένου να εξασφαλίσει στον πελάτη του μια δίκαιη δίκη. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Κι αν θέλουμε να τηρούμε τον όρκο που δώσαμε, σε αυτό το πλαίσιο οφείλουμε να κινούμαστε. Επειδή όμως το πέρασμα του χρόνου εναποθέτει πάνω μας εξοικείωση, άμβλυνση αντιστάσεων και άλλα δομικά υλικά, μας βρίσκει να ασκούμαστε στο πώς θα τσιμπίσουμε πιο επιδέξια κάτι από τις σάρκες, που παλεύουν στην αρένα. Τέχνη μας ο ελιγμός και χαρά μας η εγωιστική επικράτηση. Ο αδέξιος ή απείθαρχος με τα ως άνω αργά ή γρήγορα αποβάλλεται.

Κύριε Δικαστά, για σας δε θα πω κάτι, θα ρωτήσω. Απορώ, ειλικρινά απορώ, ΤΙ ΝΟΜΙΖΕΤΕ ΟΤΙ ΚΑΝΕΤΕ. Με τι συνδέετε, άραγε, όλο αυτό το απροσέγγιστο, το εκτόπισμα, το κύρος της παρουσίας σας; Μπούρδες. Ένα επίπλαστο σαθρό βάθρο γνώσεων σας κρατά ψηλότερα, ένα τσόφλι είναι όλο. Γιατί όταν σας ρώτησα στο διάδρομο πώς είναι δυνατόν να εφαρμοστεί στην πράξη μια σωστή νομικά απόφαση, η απάντησή σας ήταν σύντομη κι έσβηνε, όπως κι η ισχύς της : "Ε, τότε, τι να πω...". Και σκύψατε το κεφάλι και βιαστήκατε να καταφύγετε στο γραφειάκι σας, σα να έπρεπε να γίνει όλο αυτό αθόρυβα, σα να μην υπήρχε χώρος για μια τέτοια διαπίστωση ανεπάρκειας.

Από το Λόγο του Αδυνάτου πέρασαν χρόνια πολλά. Κι αν εκείνος εισακούσθηκε, ο σύγχρονος αδύναμος κρίκος ελάχιστες πιθανότητες έχει εμπρός σε μια αδιέξοδη και υποκρίτρια ανθρώπινη δικαιοσύνη. Όσο το δίκιο πρέπει να έχει και να διεκδικεί χώρο με παρρησία, τόσο το Δίκαιο στενεύει τα περιθώρια και στριμώχνει. Γιατί απαιτεί άνθρωπο ατρόμητο (ή αδίστακτο), σθεναρό και πλούσιο. Κι όμως, γνωρίζω "αδύναμους κρίκους" που, αν είχαν τη δυνατότητα να μιλήσουν χωρίς φόβο ή κόστος, θα έκαναν πολλά πρόσωπα να μην τα χωρά ο τόπος. Ως τότε, πέραν λίγων εξαιρέσεων, πορεύονται μακριά από το σύστημα αυτό, αδικημένοι.

Εκεί ακριβώς, στο αδιέξοδο, στο θρίαμβο της υποκρισίας αναζητάται μια λύτρωση. Που αυτός ο γήινος, πτωτός κόσμος δε θα μπορέσει να δώσει ποτέ.