Φέτος οι διακοπές αποδείχθηκαν ό,τι ακριβώς χρειαζόταν ένας οργανισμός, που δούλευε ασταμάτητα από το 2015. Δυνατές, σπάνιες, η ιδανική ώθηση για μια νέα εργασιακή χρονιά. Σημείωσα τα μπάνια με γραμμούλες, σαν παιδί, σαν τότε που σημειώναμε σε χαρτί κολλημένο στον τοίχο μπάνια και παγωτά. Στο τέλος, μέτρησα δεκαπέντε πολύτιμα, ξέγνοιαστα, απολαυστικά μπάνια.
Εκείνο, όμως, που σκέφτομαι ακόμη ασταμάτητα, είναι εκείνο το ένα στα Κύθηρα.
Δυο λεπτά πέρα απ' το μοναστήρι της Μυρτιδιώτισσας, αφήνοντας την κάπως επίσημη και φινετσάτη μυρωδιά των μυρτιών, το πράσινό τους και τη γαλήνη του χώρου, φτάσαμε στη δυτικότερη άκρη του νησιού, όπου ο Άη Νικόλας ο Κρασάς στέκεται κι αγναντεύει το κρητικό πέλαγο. Μικρός, αλλά φτάνει. Ήσυχος, κατάλευκος, φωτεινός και καταδεκτικός στις φωτογραφίες. Ξύλινο, στρογγυλεμένο φραχτάκι προστατεύει από τα βράχια τους μαγεμένους. Πάντα μ' αρέσει να το χαιδεύω, σαν η καμπυλότητα να υποδέχεται τα χέρια πιο γλυκά. Και δίπλα, ο ιστός με την ελληνική σημαία ανεμίζει σύμφωνα με τους καιρούς της γειτόνισσας θάλασσας.
Στην πρώτη, πριν χρόνια, αναγνωριστική επίσκεψη συνεπαρμένη αναρωτιόμουν πόση ομορφιά μπορεί να εκπέμψει μια άκρη της γης, ένα άνοιγμά της στην απλωσιά του πελάγους και πως σίγουρα όλο αυτό ήταν το τέρμα, το τέλειο. Αυτή όμως τη φορά έμελλε ν' ανακαλύψω πως η φύση επιφύλασσε κάτι ακόμη παραπέρα και τελειότερο!
Παραδίπλα απ' το ξωκκλήσι υπήρχε κρυμμένο μες στη βλάστηση ένα φαράγγι αρκετών μέτρων. Χρειάστηκε ένα μισάωρο πότε δυσκολότερης και πότε όχι κατάβασης.
- "Μπορείς;"
- "Ναι" (τι ωραίο ν' αναρωτιέμαι και να ψάχνω σε ποια πέτρα είναι το επόμενο πάτημα και όχι τι να πληκτρολογήσω!!).
Λίγο πριν το τέλος, καλαμιές. Φτάναμε σε νερό. Ναι, φτάσαμε. Τα βράχια άνοιγαν σε μια μικρή, σκιερή εσοχή και βυθίζονταν λίγο-λίγο μέσα στη θάλασσα. Ακουμπήσαμε σ' έναν ψηλό βράχο τα λιγοστά μας πράγματα και ακολουθήσαμε την πορεία τους. Μπήκα πρώτη. Φοβήθηκα το άγνωστο, αλλά μπήκα και προχώρησα με λίγες οργιές προς το φως. Το χερσαίο κομμάτι τελείωνε, ο βυθός βάθυνε μονομιάς δεκάδες μέτρα κι ο,τιδήποτε μπορούσε να δώσει αίσθηση ασφάλειας έμεινε πίσω. Μόνο ο ήλιος έδινε σημάδι πως κάτι καλό υπάρχει εκεί έξω. Ένιωθα πια πως είμαι μπρος σε μια τεράστια "πόρτα", εκεί που αφήνεις τα πάντα πίσω και μπαίνεις μέσα στο μπλε. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, είχα αγχωθεί και κοιτούσα ολόγυρα στην επιφάνεια του νερού , μην τυχόν εμφανιστεί κανένα κήτος. Έμεινα λίγη ώρα έτσι, μέχρι να εξοικειωθώ με το περιβάλλον.
- "Νίκη, απόδειξε τ' όνομά σου".
Τα νερά ήταν κρύα, αλλά ήρεμα και φωτεινά. Ένας μικρούλης κορμοράνος ήρθε κι ελάφρυνε το φόβο μου, έτσι χαριτωμένα που βουτούσε το κεφαλάκι του, εξαφανιζόταν κι έπαιζε στο νερό. Ένα πουλί αντιλάλησε μες στα βράχια και τις σπηλιές, δεν είχα ξανακούσει τέτοια φωνή. Κοίταζα ψηλά, χαμογέλαγα. Ένιωθα καλύτερα. Το περιβάλλον σα να μας είχε δεχθεί, εμάς, τους περίεργους επισκέπτες.
Μετά από λίγη ώρα αποφασίσαμε να προσεγγίσουμε κάτι βράχια που δεν ήταν προσβάσιμα από κάπου αλλού, παρά μόνο από την ανοιχτή θάλασσα. Ευτυχώς δεν υπήρχε έντονος κυματισμός και τα καταφέραμε. Ανεβήκαμε στα απάτητα και καθήσαμε να πάρουμε δυνάμεις απολαμβάνοντας το τοπίο.
- "Μπορείς;"
- "Ναι" (τι ωραίο ν' αναρωτιέμαι και να ψάχνω σε ποια πέτρα είναι το επόμενο πάτημα και όχι τι να πληκτρολογήσω!!).
Λίγο πριν το τέλος, καλαμιές. Φτάναμε σε νερό. Ναι, φτάσαμε. Τα βράχια άνοιγαν σε μια μικρή, σκιερή εσοχή και βυθίζονταν λίγο-λίγο μέσα στη θάλασσα. Ακουμπήσαμε σ' έναν ψηλό βράχο τα λιγοστά μας πράγματα και ακολουθήσαμε την πορεία τους. Μπήκα πρώτη. Φοβήθηκα το άγνωστο, αλλά μπήκα και προχώρησα με λίγες οργιές προς το φως. Το χερσαίο κομμάτι τελείωνε, ο βυθός βάθυνε μονομιάς δεκάδες μέτρα κι ο,τιδήποτε μπορούσε να δώσει αίσθηση ασφάλειας έμεινε πίσω. Μόνο ο ήλιος έδινε σημάδι πως κάτι καλό υπάρχει εκεί έξω. Ένιωθα πια πως είμαι μπρος σε μια τεράστια "πόρτα", εκεί που αφήνεις τα πάντα πίσω και μπαίνεις μέσα στο μπλε. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, είχα αγχωθεί και κοιτούσα ολόγυρα στην επιφάνεια του νερού , μην τυχόν εμφανιστεί κανένα κήτος. Έμεινα λίγη ώρα έτσι, μέχρι να εξοικειωθώ με το περιβάλλον.
- "Νίκη, απόδειξε τ' όνομά σου".
Τα νερά ήταν κρύα, αλλά ήρεμα και φωτεινά. Ένας μικρούλης κορμοράνος ήρθε κι ελάφρυνε το φόβο μου, έτσι χαριτωμένα που βουτούσε το κεφαλάκι του, εξαφανιζόταν κι έπαιζε στο νερό. Ένα πουλί αντιλάλησε μες στα βράχια και τις σπηλιές, δεν είχα ξανακούσει τέτοια φωνή. Κοίταζα ψηλά, χαμογέλαγα. Ένιωθα καλύτερα. Το περιβάλλον σα να μας είχε δεχθεί, εμάς, τους περίεργους επισκέπτες.
Μετά από λίγη ώρα αποφασίσαμε να προσεγγίσουμε κάτι βράχια που δεν ήταν προσβάσιμα από κάπου αλλού, παρά μόνο από την ανοιχτή θάλασσα. Ευτυχώς δεν υπήρχε έντονος κυματισμός και τα καταφέραμε. Ανεβήκαμε στα απάτητα και καθήσαμε να πάρουμε δυνάμεις απολαμβάνοντας το τοπίο.
Τότε αποσβολώθηκα. Τέτοια απλωσιά δεν είχαν δει τα μάτια μου ποτέ! Εκεί η τελειότητα, η αρμονία, μήπως κι η ευτυχία;! Δεν υπήρχε τίποτ' άλλο, παρά μόνο μπλε. Δύο μπλε και στη μέση μια αχνή, λεπτή λευκή γραμμή, που τα χώριζε ίσα για να μπορείς να πεις "να , βλέπεις; Ως κει θάλασσα, από κει και πάνω ουρανός". Δύο μπλε χωρίς σημάδια, χωρίς ατέλειες, ενιαία κι απέραντα. Το πάνω, ανοιχτό θαλασσί, το κάτω πιο σκούρο. Και τεράστια, ατελείωτα! Κι όλα μπροστά μας, στο ύψος μας!
Η θέα από ψηλά δίνει άλλην αίσθηση. Την ξέρουμε, την απολαμβάνουμε πολλές φορές στη ζωή μας. Έχει και μια απόσταση ταιριαστή, το πολύ όμορφο είναι φυσιολογικό να απέχει κάπως και μεις, οι θεατές του, να το εκτιμούμε από τη θέση μας.
Αυτό εκεί ήταν δίπλα στα σώματά μας. Γύρναγα απ' τη μια το κεφάλι κι όσο μακριά μπορούσα να δω, μπλε έβλεπα. Γυρνούσα απ' την άλλη, το ίδιο. Νομίζω κιόλας πως αυτή η λεπτή λευκή γραμμή καμπύλωνε στις άκρες της προς τα κάτω. Αλήθεια, νομίζω είδα την καμπυλότητα της γης. Κι αλήθεια, ήταν σαν σκηνικό ταινίας, έτοιμο ν' απλώσεις τα χέρια και να το πιάσεις. Πώς η αλήθεια και το ψέμα μπορούν να μπλέκονται τόσο πετυχημένα;
Η θέα από ψηλά δίνει άλλην αίσθηση. Την ξέρουμε, την απολαμβάνουμε πολλές φορές στη ζωή μας. Έχει και μια απόσταση ταιριαστή, το πολύ όμορφο είναι φυσιολογικό να απέχει κάπως και μεις, οι θεατές του, να το εκτιμούμε από τη θέση μας.
Αυτό εκεί ήταν δίπλα στα σώματά μας. Γύρναγα απ' τη μια το κεφάλι κι όσο μακριά μπορούσα να δω, μπλε έβλεπα. Γυρνούσα απ' την άλλη, το ίδιο. Νομίζω κιόλας πως αυτή η λεπτή λευκή γραμμή καμπύλωνε στις άκρες της προς τα κάτω. Αλήθεια, νομίζω είδα την καμπυλότητα της γης. Κι αλήθεια, ήταν σαν σκηνικό ταινίας, έτοιμο ν' απλώσεις τα χέρια και να το πιάσεις. Πώς η αλήθεια και το ψέμα μπορούν να μπλέκονται τόσο πετυχημένα;
- "Σκέφτεσαι τίποτα;"
- "όχι".
- "Σου λείπει τίποτα;"
- "όχι".
Όχι! Και δεν τό' χα συνειδητοποιήσει μέχρι να χρειαστεί ν' απαντήσω!
Είχε περάσει έτσι γύρω στη μισή ώρα και γω προσπαθούσα ασάλευτη ν' απομνημονεύσω την τελειότητα, την απεραντοσύνη, το υπέρτατο, τον παράδεισο. Όλες οι αισθήσεις εκεί συγκεντρωμένες κι απορροφημένες. Τίποτε αλλού. Τίποτε άλλο δε χωρούσε. Απίστευτη αίσθηση. Δεν ξέρω αν την έχω ξανανιώσει ποτέ, ούτε αν θα την ξανανιώσω.
Είχε περάσει έτσι γύρω στη μισή ώρα και γω προσπαθούσα ασάλευτη ν' απομνημονεύσω την τελειότητα, την απεραντοσύνη, το υπέρτατο, τον παράδεισο. Όλες οι αισθήσεις εκεί συγκεντρωμένες κι απορροφημένες. Τίποτε αλλού. Τίποτε άλλο δε χωρούσε. Απίστευτη αίσθηση. Δεν ξέρω αν την έχω ξανανιώσει ποτέ, ούτε αν θα την ξανανιώσω.
Κι ήταν και κάτι ακόμη πρωτόγνωρο : συνειδητοποίησα πως όλα τα μπάνια της ζωής μου μέχρι τότε ήταν στην απόληξη στης θάλασσας, σε ακτές. Στην ασφάλεια και στην άνεση. Εκεί που ο άνθρωπος τη φέρνει λίγο-πολύ στα μέτρα του : βάζει καφέ, μουσική, ξαπλώστρες, φέρνει κι επιβάλλει τη φασαρία του, την πολυτέλεια και την εξυπνάδα του.
Αυτό ήταν δεν ήταν απλώς μπάνιο, αλλά εμπειρία, ένωση, σύναψη σχέσης, αφού η θάλασσα με υποδέχθηκε στην έδρα της, στα σπλάχνα της. Ήταν άφημα στο άγνωστο, παράδοση στην κυριαρχία της, ένταξη στο ανοιχτό και απέραντό της. Εγώ έκανα βήμα προς αυτήν σπάζοντας τους φόβους μου κι εκείνη, σαν αντίδωρο, με δέχθηκε ήσυχα. Εγώ την πλησίασα προσαρμοζόμενη στους ήχους, στο ρυθμό και τον κόσμο της κι εκείνη με πήρε μέσα της.
Αυτό ήταν δεν ήταν απλώς μπάνιο, αλλά εμπειρία, ένωση, σύναψη σχέσης, αφού η θάλασσα με υποδέχθηκε στην έδρα της, στα σπλάχνα της. Ήταν άφημα στο άγνωστο, παράδοση στην κυριαρχία της, ένταξη στο ανοιχτό και απέραντό της. Εγώ έκανα βήμα προς αυτήν σπάζοντας τους φόβους μου κι εκείνη, σαν αντίδωρο, με δέχθηκε ήσυχα. Εγώ την πλησίασα προσαρμοζόμενη στους ήχους, στο ρυθμό και τον κόσμο της κι εκείνη με πήρε μέσα της.
Κάτι συνέβη στον Άη Νικόλα τον Αύγουστο του 2018. Κάτι, που θα αναλογίζομαι για καιρό και θα προσπαθώ διαρκώς να ανακαλώ στο μυαλό και στις αισθήσεις μου, πεισματικά, σαν ερωτευμένη, μπας και κατορθώσω, έστω για μία φορά, την ψευδαίσθηση του "ξανά".
---------------------
Στο Γ., που μου το χάρισε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου