Το απόγευμα, όπως έσβηνε αργά το τελευταίο φως έξω απ ' τα τζάμια, έθρεψα για λίγο την ανάγκη μου για θαλπωρή με ένα ζεστό ρόφημα. Κι ο νους, που μετά βίας κρατιόταν, έφυγε ώρες μακριά, εκεί που η θάλασσα χορεύει παθιασμένο χορό με τα βράχια. Κι εύλογα νοστάλγησα τόσο αυτήν τη γλυκιά αγριότητα!
Κάποτε, πάνω σ' ένα πλοίο, που σήκωνε άγκυρα απ' την απόγνωση με προορισμό τη γνώση, αντάμωσα έναν άνθρωπο της θάλασσας. Μελαχρινό, με μαλλιά ακούρευτα, σγουρά, άτακτα, σαν πρόγονο του Καζαντζάκη. Αδρά, προσηνή χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, αραιά κατάλευκα δόντια, ανοιχτές πλάτες κι ένα μεγάλο τατουάζ στην αριστερή γάμπα. Πολύ ανδροπρεπές, παλικαρίσιο ανάστημα και μια τραχύτητα απόκοσμη κι ελκυστική συνάμα.
Φυσάει έξω. Αχ, θάλασσά μου. Παντοδύναμη, εσύ, με την ορμή που λειαίνεις κάθε κόγχη. Με τη γλύκα, εσύ, που αγκαλιάζεις κάθε ιδιαιτερότητα. Εσύ, που παίρνεις το σχήμα της ακτής, όπου κι όπως αυτή το θέλει, χωρίς να χάνεις το παραμικρό από σένα. Που δε στέκεσαι λεπτό, που δε χάνεις λεπτό. Που θυμώνεις, οργίζεσαι, ξεσπάς κι επιστρέφεις στη σιωπηλή νηνεμία σου με την ίδια πάντα μεγαλοπρέπεια. Που αφήνεσαι στο λαμπύρισμα κάτω απ' τον ήλιο και στη μαυρίλα σου της νύχτας, χωρίς φόβο, χωρίς πάθος, αφού και τα δυο είσαι συ. Ενώνεσαι με τους ανέμους και ξεπερνάς την απεραντοσύνη σου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου